Πέμπτη 16 Μαΐου 2024
Γιώργος Σαρδέλης, Τότε κατάλαβα Εμένα!
Δευτέρα 29 Απριλίου 2024
Μενέλαος Μαρκιανός, #επιλογές γραφής#
Έμαθα ότι κάθε μέρα μπορεί να αλλάξει.
Έμαθα ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο και δύσκολο από το να εμπιστεύεσαι κάποιον.
Έμαθα να δέχομαι τις απογοητεύσεις ή σε κάθε περίπτωση να μην τους δίνω πολύ βάρος.
Έμαθα να προχωράω ακόμα και όταν το μόνο άτομο που θέλεις να μιλήσεις είναι το ίδιο άτομο που σε πλήγωσε.
Έμαθα ότι πολλοί άνθρωποι δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.
Έμαθα ότι όσο περισσότερα δίνεις τόσο λιγότερα παίρνεις.
Αγνοώντας γεγονότα δεν θα αλλάξει τα γεγονότα.
Ότι τα κενά δεν μπορούν πάντα να καλυφθούν. Ότι τα μεγάλα πράγματα φαίνονται από τα μικρά πράγματα.
Ο τροχός γυρίζει, αλλά όταν δεν σε νοιάζει πια.
«Άσε με να σε μάθω να αγαπάς» , του είπε τρυφερά.
«Θα χάσω το πάθος μου» , της απάντησε.
«Δεν θα το χάσεις. Θα γίνει πιο βαθύ , πιο ουσιαστικό , πιο αληθινό».
«Δεν θέλω να πάψω να είμαι πολεμιστής».
«Πάντα θα είσαι αλλά θα πολεμάς για πιο όμορφα πράγματα. Δεν θα πολεμάς για την υποταγή αλλά για το “ακούμπισμα” και θα είναι αυτή η πιο μεγάλη σου νίκη.
Η νίκη των δύο που γίνονται Ένα».
«Θα χάσω το όνομά μου , την φήμη μου , θα γίνω θνητός».
«Τότε είναι που θα κερδίσεις την απόλυτη Δόξα και Αθανασία.
Όποιος δεν περάσει από το ανθρώπινο δύσκολα φτάνει στο θεϊκό».
Κι ο Έρωτας πήγε κοντά της και την άφησε να τον αγκαλιάσει.
Πέμπτη 18 Απριλίου 2024
Τάσος Λαμπρόπουλος, απόσπασμα από τη διάλεξη στο Πανεπιστήμιο Fudan της Σαγκάης


Τρίτη 16 Απριλίου 2024
Στέλιος Δουλγεράκης, Οι Φαροφύλακες της Νύχτας

Απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα του βιβλίου
Τι νύχτα και αυτή!!
Τελικά οι πρίγκιπες και οι βασιλιάδες δεν κυκλοφορούν μόνο τις μέρες αλλά και τις νύχτες, σε δρόμους στοχαστικούς και ερωτικούς, εκεί που κατοικούν τα όνειρα και η υπέρμαχη ανθρώπινη προσδοκία.
Γιατί σε τέτοια ταξίδια μόνος δεν είσαι. Ό,τι λαμπυρίζει το σκοτάδι είναι μαζί σου.
Θες τ’αστρα του ουρανού..
Θες τ’ νυχτοπούλια που γλυκοπαίζουν μες' το σκοτάδι...
Θες οι αλήτες, οι άσπονδοι και οι αγύρτες που είναι οι μόνοι που παλεύουν τη μοίρα και το λιγόπνοο φως της…
Θες εκείνο το αυτόφωτο θείο άστρο που ευλογάει τους τολμηρούς…
Και τόσα και αλλά τόσα σε συντροφεύουν.
Έτσι περνούσαν οι νύχτες και έτσι τις προσκύναγαν οι ημέρες, ομολογώντας υποταγή στην ανάγκη και τη λεβεντιά που ονειρεύεται.
Σκηνοθεσία: Δουλγεράκης Στέλιος
Παρασκευή 12 Απριλίου 2024
Δημήτρης Κάπα, Μαρία
#Μαρία#
Με τη Μαρία γνωριστήκαμε εντελώς τυχαία. Ήταν αδερφή της
Γιώτας που ήμαστε φιλαράκια και συμφοιτητές στο Πολυτεχνείο. Ένα πρωί που
είχαμε εργαστήριο στο προεντεταμένο σκυρόδεμα, εμφανίστηκε λαχανιασμένη στο
άνοιγμα που χρησιμοποιούσαμε για πόρτα και διέκοψε την βοηθό καθώς ήθελε κάτι
σημαντικό να πει στην αδερφή της. Η βοηθός της είπε να περιμένει λίγο έξω στο
διάδρομο και θα ερχόταν εκεί να την βρει η αδερφή της.
Πράγματι, η Γιώτα εμφανώς αναστατωμένη έσπρωξε πίσω την
καρέκλα της και ακολουθώντας το επίμηκες κενό που σχημάτιζαν τα τραπέζια στην
αίθουσα, εξαφανίστηκε σχεδόν τρέχοντας στο βάθος του διαδρόμου. Η Μαρία είχε
βγει έξω σε μια μικρή αυλή, προς τη μεριά του βουνού. Πρόλαβε να ανάψει
τσιγάρο. Εκεί την βρήκε η Γιώτα, βουρκωμένη μέσα σ' ένα σύννεφο καπνού καθώς
είχε άπνοια.
Τη ρώτησε, τί συνέβαινε.
«Γύρισε πριν δυο ώρες περίπου μεθυσμένος. Με χτύπησε.»
«Σε χτύπησε;»
«Ναι, κοίτα» και σήκωσε τα μαλλιά της που έπεφταν στην
αριστερή πλευρά του λαιμού της σαν
καταρράκτης ώσπου ν' αγγίξουν το δαχτυλίδι που είχε για μέση.
Εκείνη τη στιγμή πέρασε αρκετά χαμηλά ένα πολεμικό αεροπλάνο
αεριωθούμενο. Έτσι οι χειρονομίες που έκαναν συνομιλώντας οι δυο αδερφές
έμοιαζαν με παντομίμα τραγική.
Καθώς η Γιώτα αργούσε να επιστρέψει και το εργαστήριο έπρεπε
να προχωρήσει, η βοηθός με έστειλε να δω αν είναι καλά και οι δυο τους. Στάθηκα
παράμερα, όσο πιο διακριτικά μπορούσα, αλλά προδόθηκα γιατί από νευρικότητα
κλώτσησα άθελά μου ένα άδειο τενεκάκι από αναψυκτικό και ο χαρακτηριστικός
θόρυβος που έκανε καθώς σύρθηκε στην άσφαλτο έκανε τις δυο γυναίκες να γυρίσουν
προς το μέρος μου.
«Τί κάνεις εδώ Χρήστο;» ήταν η αντίδραση της Γιώτας.
Απορία και έντονη ενόχληση είχε το βλέμμα της.
«Με έστειλε η Αργυρίου να δω αν θα αργήσεις γιατί έχει
διακόψει το μάθημα.»
«Πες της να συνεχίσουν χωρίς εμένα. Έχουμε ένα πρόβλημα...
Από 'δω η Μαρία. Μαρία ο Χρήστος, συμφοιτητής μου. «
Η Μαρία στον κόσμο της, ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Μόνο
ένα κοφτό συγκαταβατικό νεύμα με το κεφάλι πλαγιοκοπώντας με, ενώ το στόμα της
έστελνε τον καπνό στην αντίθετη κατεύθυνση.
«Χάρηκα Μαρία» έκανα εγώ σαν ηλίθιος κι αυτό το πλήρωσα
ακριβά. «Χάρηκες που με είδες βουρκωμένη; Δηλαδή αν με έβλεπες να κλαίω θα
χοροπηδούσες από τη χαρά σου;»
«Μαρία σε παρακαλώ», την επανάφερε η Γιώτα.
«Χρήστο αν θες μας αφήνεις για λίγο μόνες; Κάποιο πρόβλημα
προέκυψε και πρέπει να το λύσουμε. Πες στην Αργυρίου ότι θα επιστρέψω μόνο για
να πάρω τα πράγματά μου. Θα της εξηγήσω αύριο πες της.»
Σα βρεγμένη γάτα πήρα το δρόμο για το εργαστήριο ενώ ο
Υμηττός είχε αρχίσει να "βάζει κατσούλα" και σηκώθηκε ένας αέρας που
έδωσε μια ευχάριστη κινητικότητα στις κορυφές των κυπαρισσιών του κοντινού
νεκροταφείου του Αη Νικόλα. Στο μυαλό μου είχε καρφωθεί ο τρόπος που η Μαρία
κρατούσε το τσιγάρο. Τον είχα βρει εντελώς ξεχωριστό, σημάδι μιας ακαταμάχητης
γοητείας που μπορούσε να εξελιχθεί ακόμα και σε έρωτα. Έτσι ήμουν τότε. Και
τώρα μάλλον έχω χειροτερέψει.
«Κυρία Αργυρίου, η Μαρία -lapsus αναμενόμενο- μου είπε ότι θα
επιστρέψει μόνο για να πάρει τα πράγματά της. Θα σας εξηγήσει αύριο, μου είπε.»
«Τιμή μας», έκανε η Αργυρίου και ένα σύννεφο ξινίλας την
εξαφάνισε προσωρινά από το οπτικό μου πεδίο. Τί γυναικάρα αυτή η Μαρία. Τι
γάμπα ήταν αυτή. Σαν να την έπλασε ο Θεούλης για διαφήμιση της Μπερκσάιρ. Μαλλί
σκούρο καστανό, μακρύ κι ο Πλάστης όταν έπλαθε τις καμπύλες της δεν φέρθηκε καθόλου μα καθόλου τσιγγούνικα
στο δημιούργημά του. Και ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο..., μόλις την έφερα
πάλι εμπρός μου ζωντανή, ένιωσα ό,τι λέκιασα το εσώρουχό μου. Αχ, νιάτα. Πάντα
σε επιχειρησιακή ετοιμότητα.
«Ξύπνα Βασίλη» με επανάφερε στο παρόν η φωνή της Γιώτας που
μάζευε τα πράγματά της δίπλα μου.
«Τί πάθατε βρε Γιώτα;»
«Κάτι οικογενειακά. Το Μαράκι είναι μυστήριο τραίνο. Θα σου
πω την Τετάρτη. Άντε καλό Πι Σι Κάπα» μου πέταξε σηκώνοντας την τσάντα της και
κλείνοντάς μου το μάτι.
«Καλό και για σένα Γιωτάκι»
Η Γιώτα έφυγε τρεχάτη να ξαναβρεί την αδερφή της. Είχε
αρχίσει να ψυχαλίζει. Ευτυχώς η Μαρία είχε έρθει με το αυτοκίνητο όπου και την
περίμενε με αναμμένη τη μηχανή. Ένα Toyota κουπέ δίθυρο μουσταρδί, σήμα
κατατεθέν των 70s.
«Ακούς τον μαλάκα, μαζί πηδιόσαστε εμένα πλακώνει στο ξύλο.
Το ρεμάλι. Δεν είναι καλά ο άνθρωπος πέρα απ' ότι είναι κάργα αλκοόλας. Πού τον
ψώνισες εξυπνοπούλι μου, δεν μπορώ να το καταλάβω. Βέβαια, εδώ να τονίσουμε πως
δεν σου άρεσε ο Κώστας, μια χαρά παιδί. Ναι, μωρέ μια χαρά παιδί, που μας
έπαιρνε και τις δυο, χωρίς η μία να ξέρει για την άλλη.»
«Ωχούυυυ, κολλάς κι
εσύ σε κάτι λεπτομέρειες ρε συ Γιώτα. Δικός σου ήτανε καμάρι μου. Εγώ περαστική
ήμουν. Δηλαδή, θέλεις να μου πεις τώρα ότι απλά ήθελες να τον δοκιμάσεις σαν
μεγαλύτερη για να βεβαιωθείς ότι το αδερφάκι περνάει καλά. Άμα σε πιάσω από το
μαλλί που σου έχει φτάσει στον κώλο, θα στο βγάλω τρίχα τρίχα, μόη Μαριώ, που
λένε και οι Κορωπιώτες.» Έσκασαν κι οι δυο τους στα γέλια, ενώ το Τοyotα περνούσε από τη δευτέρα στην τρίτη.
Τα πράγματα ωστόσο ήταν πιο σοβαρά απ' όσο τα παρουσίαζαν οι
αδερφές Ντάβαρη. Εμένα μου είχε πει το Γιωτάκι πώς ο Αργύρης το είχε εύκολο να
σηκώνει το χεράκι του, κάποιες φορές μου είχε δείξει τα σημάδια. Μια μέρα είχε
σκάσει μύτη και με γυαλί ηλίου, ενώ μόνο ήλιο δεν είχε εκείνη τη χειμωνιάτικη
ημέρα.
«Σαν πολλά δε ρωτάς για την αδερφούλα μου Χρηστάκη; Ε, ναι
λοιπόν, πριν λίγες μέρες έκλεισε τα είκοσι επτά. Είναι γκόμενα η γυναίκα,
καμμιά σχέση με μένα. Γεννήθηκε θηλυκό.
Όποιον γουστάρει τον έχει στο κρεββάτι της. Μοιάζουμε, αλλά μόνο
φατσικά.»
«Ρε συ Γιωτάκι, λες να δοκιμάσω την τύχη μου;»
«Και δεν τη δοκιμάζεις; Την άδειά μου χρειάζεσαι μωρέ;»
«Καλά λες.»
Με τα πολλά κατόρθωσα να κλείσω το πρώτο ραντεβού με τη
Μαρία. Προηγήθηκαν κάμποσα τηλεφωνήματα όπου και καλά έπαιρνα για να ρωτήσω
κάτι τη Γιώτα - τις ώρες που ήξερα ότι λείπει- και πιάναμε την κουβέντα περί
παντός επιστητού με τη Μαρία. Ώσπου φτάσαμε και στο κομβικό σημείο του ραντεβού
για ένα καφέ μετά το μεσημεριανό φαγητό στο Παγκράτι. Εν τω μεταξύ τις
τελευταίες μέρες η Γιώτα δε μου φαινόταν και πολύ καλά. Τη ρωτούσα τί έχει και
τη μια φορά μου έλεγε πως ήταν κουρασμένη, την άλλη πως βαριότανε, την τρίτη
πως είχε πονοκέφαλο.
Το ραντεβού ωστόσο πήγε τόσο καλά που καταλήξαμε στο κρεββάτι.
Η Γιώτα είχε πάρει το αυτοκίνητο και πήγε στο Κορωπί να δει τους γονείς τους
και θα έμενε το βράδι εκεί. Η Μαρία δέχτηκε με ενθουσιασμό να την πάω στο σπίτι
τους με το μηχανάκι και όταν φτάσαμε μου πρότεινε να ανέβω για ακόμα ένα καφέ
και μετά αν ήθελα να νοικιάζαμε καμμιά ταινία της προκοπής για να δούμε
τρώγοντας ποπ κορν. Ε, λοιπόν δε χρειάστηκε να με παρακαλέσει. Κάναμε έρωτα ως
το πρωί με ένα μόνο διάλειμμα για πίτσα σε μια κοντινή πιτσαρία. Η Μαρία ήταν
μια γυναίκα βόμβα, ατομική νέας γενιάς. Το Ναγκασάκι και η Χιροσίμα μαζί. Δεν
την χόρταινα, αντίθετα με άναβε όλο και
περισσότερο. Αυτό φαινόταν στην ένταση των οργασμών της και στο ότι ξεσήκωνε
τον κόσμο από τις φωνές της κάθε φορά που τελείωνε, κι εγώ μέσα της.
«Παίρνω το χάπι» μου είχε είπε.
Κατά τις τέσσερεις μας πήρε ο ύπνος, αποκαμωμένους,
αφυδατωμένους. Γυμνοί κοιμηθήκαμε, η Μαρία κολλημένη επάνω μου δια παν
ενδεχόμενο. Ώσπου μέσα στον ύπνο μου άκουσα χτυπήματα σε ξύλινη πόρτα.
Πετάχτηκα και ανακάθισα στο κρεββάτι. Το Μαράκι αναδεύτηκε δίπλα μου και συνέχισε να κοιμάται.
Τα χτυπήματα δυνάμωσαν κι έγιναν κλωτσιές υπό την σφοδρότητα των οποίων
υποχώρησε ο ταμπλάς της πόρτας, και ω του θαύματος, εμφανίστηκε ο Αργύρης που
γέμισε το σπίτι μυρουδιά από φτηνό αλκοόλ.
«Μ' αυτόν πηδιέσαι μωρή;»
«Δεν είναι εδώ εκείνη που ψάχνεις ανόητε. Παράτα μας ήσυχους.»
«Κάνε στην άκρη λιμοκοντόρε. Μέσα κρύβεται η βρώμα. Εκεί που
πηδιέται και μαζί μου. Κάνε στην άκρη λοιπόν.»
Τότε παρεμβλήθηκε ανάμεσά μας η Μαρία, ευτυχώς με το
πουκάμισό μου για να κρύψει τη γύμνια της.
«Βρε Αργύρη, τί πράγματα είναι αυτά;»
«Σκάσε κι εσύ μωρή καριόλα.»
Δεν άντεξα και του κατάφερα ένα δυνατό χτύπημα στο πάνω μέρος
του κρανίου με ένα πορτατίφ από όνυχα που βρέθηκε δίπλα μου, πάνω στο κομοδίνο
του κρεββατιού της Μαρίας. Αίματα και άλλες ουσίες τινάχτηκαν στους μπεζ
τοίχους. Ο δόλιος ο Αργύρης δεν πρόλαβε να κάνει ωχ.
Είκοσι πέντε χρόνια περίμενα τούτη την ώρα. Μαζί με μένα η
σύζυγός μου η Μαρία και τα δυο μου παιδιά. Να ανοίξει η πόρτα της φυλακής, να
τους αγκαλιάσω και να φύγουμε όλοι μαζί για το σπίτι.
Δημήτρης Κάπα
26.03.24
Πέμπτη 11 Απριλίου 2024
"πικραλίδες" του Στάθη Μασκαλίδη, γράφει ο Βαγγέλης Γιάννος
Τρίτη 9 Απριλίου 2024
νήΚος παναγιωτάρας, ποίηση & απαγγελία από τις τελευταίες εκδόσεις του ποιητή








_ το φιλί _
Το κάθε τι στον χρόνο του αλλά όχι στην θέση του, ο Ογκίστ δεν γνώριζε˙
Ο αιώνας του διαφωτισμού έκλεισε νωρίς, δεν άντεχε τόσο φως,
τόση αλήθεια τόσο ψυχρό συναίσθημα.
Λόγος πολιτικός το μαρμάρινο πεντελικό φιλί του σχεδόν ξεδιάντροπο
Καθαρό βλέμμα, απαράλλακτο, ξεπετάγεται από τα μισορημαγμένα πρόσωπα!
Προσφέρθηκα τόσο ξαφνικά σαν ακριβό και σπάνιο δώρο σε χείλη πολυτέλεια
Και υποφέρει το μάρμαρο γιατί δεν κάνει πίσω ο Ροντέν ειδικά για μένα.
Χείλη σφαλισμένα με προστατεύουν από την χλεύη του κόσμου,
της άγνοια της Παρθένας!
Ανεκτίμητη αλήθεια το πρωϊνό φιλί, η πιο εξαίσια εκλέπτυνση της ψυχής!
Το φιλί φιλοτεχνήθηκε σχολαστικά από αυτούς που βλέπουν την θάλασσα ρηχή,
Από αυτούς που ζούνε σύντομη αλλά έντονη ζωή που εξαιρούνται από την αδάμαστη μοναξιά!
Ἔστι καὶ ἐν κενεοῖσι φιλάμασιν ἁδέα τέρψις˙ κακοὶ γὰρ εὖ πράσσοντες οὐκ ἀνασχετοί!
ν.Θ.π.
9.4.'24






苏格拉底: «Κάτι μου έλεγε πως
κακώς ήμουν εκεί, αντέδρασα κι επέδρασα,
Είχε δίκιο στα δικά του μάτια, όχι
στα δικά μου, μια φούχτα χώμα είμαι κι εγώ,
Άφησα πίσω φίλους και συγγενείς,
μαχητές όλοι μας, στρατός ευθανασίας, αθανασίας
Για τον αυτοκράτορα Qin Shi Huang
Di˙ λιπόψυχος και μοιρολάτρης!
Τὸ νικᾶν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε
καὶ ἀρίστη, βλέπω τον λύκο,
Γνωρίζω τα καλύτερα και τα
επιδοκιμάζω, παρ’ αυτά ακολούθησα τα χειροτέρα˙
Σοφός είναι αυτός που λέει λίγα, η
αλήθεια νικά τα πάντα, τι είναι ένα όνομα;
Σάμπως για να υπηρετώ πλάστηκα και
κάτι παραπάνω κι όχι μόνον τον αυτοκράτορα!»
Τα δάκρυα κι οι αποχωρισμοί δεν
κάνουν καλό στον πήλινο στρατό σε βάθος χρόνου˙
Ακίνητοι κι ακλόνητοι, αρχοντικοί με
τις αστραφτερές στολές τους˙ ζωντανοί νεκροί!
Εὐφημεῖτε˙ η μοίρα οδηγεί αυτόν που
θέλει και σέρνει αυτόν που δεν θέλει!
8.4.'24
ν.Θ.π.
Τετάρτη 3 Απριλίου 2024
Φωτεινή Αζαμοπούλου, Τα Λάμδα τ' ουρανού
Όταν στα μάτια σταλάξει ο πάγος
και το χιόνι απλωθεί στην ψυχή
όταν μολύβι το στήθος, βαρύ
και το μηδέν την αφή υφαρπάξει
όταν ο ήλιος μεσουρανεί παγερός
κι η βροχή δε δροσερεύει τη σκέψη
όταν ο νους κοντοσταθεί στη στιγμή
και η καρδιά δεν κυνηγά τα λεπτά
τότε
μαύρο σκοτάδι
θα σου κυκλώσει το είναι.
Αδηφάγα η γη
πεινασμένα σκουλήκια
θ’ αλλοτριώνουν το ταπεινό σου σαρκίο.
Αν, ευτυχώς, στο νερό ξεψυχήσεις
παυγιδευμένο στα φύκια σκαρί
προκαλείς τα θεριά του πελάγου.
Δάκτυλα άσαρκα, κουφάρι λιωμένο
θα πλανάσαι στην αιώνια ταλάντωση
στο υπερπέραν αποζητώντας γαλήνη.
Ψυχή μου και σώμα
πάντα ενιαία σας είχα
ευχή και κατάρα αφήνω
στην πυρά παραδώστε τα
κάψτε, κάψτε με!
Να μην πια τη φοβούμαι
στους ανέμους σκορπίστε την τέφρα!
Τη μέρα που τη στάχτη μου σκορπούσαν
τυφώνας σύρθηκε
την άρπαξε στα ύψη.
"Συ, άφησε τη γείωση για τρίτους"
μου σφύριζε ο Αίολος.
"Θα ξεπνοήσεις"
"Θα σωριαστώ"
του εμπιστευόμουν
και κείνος
της λαχτάρας συνεργός
με μιας δόρυ καρφώνει
διαπερνάει της γης την ατμόσφαιρα
στο σύμπαν αστερόεσσα μ’ ορίζει
χιλιάδες μύρια
τα "λάμδα"
να εκπέμπω τ’ ουρανού.
Από το "Πορφυρό μενεξελί"
Μίνα Μπουλέκου, Μια αδιάλειπτη Παρουσία
μες τις πολλές συναθροίσεις,
περιπλανώμενοι διαβάτες στα σύνορα της γης,
σαν ποταμοί ορμητικοί, από σύννεφα αγνώριστα
που χάνονται σε έναν αδιάκοπο μόχθο.
Με χίλιες ιστορίες στα μάτια τους βαθιά,
εξιστορούν το πέρασμα τους,
στη πλώρη του καραβιού, με όνειρα κυματισμένα
να ταξιδεύουν γοργά με την πνοή του ανέμου.
Και φεύγουν και έρχονται οι άνθρωποι,
σαν πλοία εξοστρακισμένα
που ταξιδεύουν σε θεριεμένους βοριάδες
με άγνωστο προορισμό.
Με βήματα ακονισμένα, στέκουν Εκεί
Όρθιοι Πάντα σε μια έγερση καθολική ,
παλεύοντας με τα κύματα ταλανισμένοι μέρα και νύχτα.
Στης ψυχής τα σιωπηλά μονοπάτια
κρύβουν την αντάρα τους
θαμμένη στα πέλαγα στης λήθης…
αφήνοντας πίσω τους σημάδια νοτισμένα
στα χνάρια μιας ξεριζωμένης αμμουδιάς.
«Μα είναι ποιος αυτός που κρατά την πόρτα της ζωής μας;
Ποιος ξέρει τον δρόμο που θα ακολουθήσει;»
Και φεύγουν και έρχονται οι άνθρωποι,
σαν παραμύθια που ζωντανεύουν στη φωτιά.
Τα βλέμματα τους τρεμοπαίζουν σαν άστρα φωτεινά
αναζητώντας το φως μεσ’ το σκοτάδι της νύχτας,
αναζητώντας την Μεγάλη Αλήθεια.
Μα η γη κρατεί καλά τα μυστικά της καρδιάς,
σε μνήμες αγέραστες, ριζωμένες
σαν δέντρα αειθαλή στον αιώνιο χρόνο.
Και οι Μεγάλες Ώρες ζωντανεύουν
ξανά σε μια αδιάλειπτη παρουσία
κι οι μνήμες αντηχούν σ’ ένα ατέλειωτο τραγούδι.
Εκεί θα ανταμώσουμε πάλι, σε τόπους αλαργινούς,
πέρα μακριά απ’ τις λίθινες εποχές
που χαράξαν οι σκιές αυτού του κόσμου!
© By Mina Boulekou
Ελένη Μαρθάρη, "εκ προμελέτης"
Φτωχό της φάνηκε το σκουφάκι.
Με το φόρεμα θα την έβλεπε σίγουρα από μακριά.
το 'κοβε σε κομμάτια και τα σκόρπαγε πίσω της σαν άλλος κοντορεβυθούλης.....έτσι για να μην υπάρχει ούτε μία περίπτωση να του διαφύγει.
μ' άδεια τα χέρια, άλλωστε δε μαγείρευε κιόλας πια .......η γιαγιά της ''έφυγε'' προ πολλού.....-αυτή τουλάχιστον δίχως τη θέλησή της-....
Εν ανάγκη θα εξουδετέρωνε και τον κυνηγό αν τον έπιανε ο πόνος δήθεν για να τη σώσει. Βίωσε άπειρες τέτοιες σωτήριες παρεμβάσεις.
Όλοι την είχαν εγκαταλείψει...κι οι ζώντες κι οι τεθνεώτες.
Κι ήταν τόσο μεγάλο το δάσος μονάχη της για να το διαβεί...
Χαλάλι όλου του κόσμου το άλικο αν ήταν να νιώσει τον κατασπαραγμό του αμνού στην αγκάλη ενός αμεταμφίεστου Λύκου...
Απρίλης στα δάση...
αλλού παραφυλάει ο κίνδυνος
Κωνσταντίνος Γεωργάτος, Διεκδικώ

Καθώς ό,τι μου «ανήκει» ξεκινάει από το αναπόδραστο παρελθόν και καταλήγει στο γρήγορο παρόν μου, ενώ εκείνο που οφείλω "χάνεται" ελπιδοφόρο στο μέλλον!
Εκείνοι που σας λένε πως δεν υπάρχει «ελπίδα» δεν έχουν «παρόν» διότι η επιλογή του παρελθόντος τους ήταν χαμένη σε ένα "στεγνό" και στατικό μέλλον.
Αλλά εμείς θα προχωρήσουμε σε πείσμα των καιρών…
Το πνεύμα μας θα ταξιδεύει ολάνθιστο και αιώνιο και σαν το φως θα διαχέεται παντού, ώστε ακόμα και όταν η ύλη μας χαθεί στο παρελθόν, εμείς θα είμαστε ήδη πολύ πιο μπροστά από την ιταμή αυτή στιγμή, σε ένα λαμπρό, γεμάτο αγάπη μέλλον.
Στην συνειδητή επιλογή της ζωοφόρου "ελπίδος" που είναι το φως των ματιών του μέλλοντος κόσμου.
Διότι κι εμείς, από εκεί προερχόμαστε και εκεί οδεύουμε!
Βλέπεις;
Έχουμε ευθύνη!
Ακόμα και τώρα που "μιλάμε", είμαστε ήδη στο μέλλον….
Ρόδο, ώ, ρόδο μου, αμάραντο!
Φιλοσοφικές προσεγγίσεις - Κωνσταντίνος Γεωργάτος
νήΚος Παναγιωτάρας, Tι είναι ο θεός και ο άνθρωπος ...
.







ανάμεσα από λόφους με ιτιές κι αγρούς που προσπαθούν να γίνουν υάκινθοι,
μέσ’ από τις φωτεινές πορφυρές νύχτες˙ αλαλιασμένες από του Έρωτα τούς σπαθισμούς!
Πανδίκαιη Τύχη όρκισε την Άνοιξη να επιμείνει˙ ν’ αντέξει το χρώμα και το άρωμα
των υάκινθων που δεν έχουν στην αγάπη μοίρα μόνο του κηπουρού την συμπόνια.
Είναι τού Ἀπόλλωνα το χρέος-τροφός που κάνει τα πέταλά τους μοβ έως μαύρα,
μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε, εἰ μὴ τὸ ἀλλήλους ἐγαπᾶν˙ παρ’ ότι θεός έτσι μπορεί να την γλυτώσει!
Πέρα από το χρώμα και το άρωμα από τον απογοητευμένο Κήπο της Γεθσημανή
έφτασαν στον Δυτικό Τείχος της Ιερουσαλήμ κι ενώ τα Δάκρυα Χαράς ή Λύπης ήταν όμοια,
ο Χαλίλ τους έδωσε διαφορετικό σχήμα πριχού φτάσουν στο Aynadamar!
Του Άδωνη οι Αναλογίες και οι Αρχές με λίγη βοήθεια από τον Υάκινθο εν καιρώ
θα θύμιζαν τα Πολιτικά τού Αριστοτέλη, ‘οὐθὲν γάρ μάτην ἡ φύσις ποιεῖ!’
ο πόνος του κόσμου όμως, ελλείψει αγάπης είναι μια κιρκάδια εντύπωση πολυτέλειας,
μια άσπρη μαργαρίτα που δεν θα μαδηθεί ποτέ!
Σαν σύντομοι κι αραιοί στεναγμοί που τράφηκαν στην λήθη σ’ ένα στεγνό πρωινό
Θα λέμε: μα πόση ομοιότητα, πόση ισορροπία στην ομαλή διάταξη ζωής και θανάτου!
Αυγερινός Ανδρέου, Να 'μουν για σένα (σχεδίασμα για τραγούδι)
ΝΑ ’ΜΟΥΝ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
(σχεδίασμα για τραγούδι)
Να ’μουν αστέρι τη νυχτιά , τ’ απόβραχο δοξάρι,
να ’μουν δροσούλα της αυγής, του δειλινού η κάψα,
ν’ αγγίζω τις βουνοκορφές, διάσελα να διαβαίνω.
Να ’μουν κι αητός περήφανος κι ένας μικρός πετρίτης
για να διαβώ τη ρεματιά που πλένεις τα προικιά σου.
Να ’μουν τη μέρα φλάουτο και τη νυχτιά φλογέρα
να τραγουδώ, να σου λαλώ τραγούδια της αγάπης.
Κι ένα μελίσσι να ’μουν το μέλι να σου φέρνω
στα χείλη σου τα δροσερά να γλυκοτραγουδάνε.
Χρυσή κορδέλλα να ’μουνα που δένεις τα μαλλιά σου,
να ’μουνα κι όμορφη κλωστή στον αργαλειό που υφαίνεις,
χαμόγελο στα χείλη σου, δροσιά στο μάγουλο σου.
Να ’μουνα γάργαρο νερό που λούζεις τα μαλλιά σου
και στα κρινένια χέρια σου χτένι μαλαματένιο
σαν απαλοχτενίζεσαι και φτιάχνεις τις πλεξούδες.
Να ’μουν μια φτέρη της πλαγιάς που το κορμί πλαγιάζεις,
να ’μουν ροδιά κι αμυγδαλιά να ρίξω τους ανθούς μου
για να στρωθεί κι ευωδιαστεί η στράτα που διαβαίνεις,
να ’μουν της άνοιξης ανθός και του Μαγιού το ρόδο,
να ’μουν αγριολούλουδο να ’ρθεις να το μυρίσεις,
να ’μουν κι ένα νούφαρο στην πράσινη λιμνούλα
τα ματιά να σου μάγευα όταν γλυκοκοιτάζουν.
Να ’μουν αγριοστάφυλλο να πέσω στην ποδιά σου,
να ’μουν κι αγριοφράουλα να ’ρθεις για να με κόψεις,
να ’μουν κισσός κι αγράμπελη στην άκρη στην αυλή σου
και γιασεμί στην ρούγα σου πρωί να το κλαδεύεις .
Βασιλικός πλατύφυλλος να ’μουν και μαντζουράνα
Να με δροσίζεις την αυγή, να μου μιλάς το βράδυ.
Να ’μουν ο ήλιος ο χρυσός και το λαμπρό φεγγάρι
στο παραθύρι να ’ρχομαι να σε κρυφοκοιτάζω,
μια χαραμάδα να ’μουνα, καρδιάς αστροπελέκι
που στα όνειρά σου να ’πεφτε όταν γλυκοκοιμάσαι.
Αυγερινός Ανδρέου
Σοφία Π. Σαμόλη, AMARETTO
AMARETTO
(Amaro = Πικρό)
(Amore = Αγάπη)
ΥΛΙΚΆ:
Βασιλική
Κωνσταντίνα
Καρολάιν
Ελένη
Γαρυφαλλιά
Άννα
...
...
...
...
...
Κυριακή (Πρωταπριλιά του 2024)
ΕΚΤΈΛΕΣΗ:
Μαζεύουμε υπομονετικά
αμύγδαλα από βερίκοκα,
γεμίζοντας την πολύχρωμη ποδιά των χρόνων της Ελένης.
Τ’ αφήνουμε να μεστώσουν στον ήλιο του καλοκαιριού,
- αν δεν κρυφτεί -
κι όχι σε σκοτεινό μέρος.
Προσθέτουμε ρακί,
της Βασιλικής τ’ απόσταγμα,
από την Κρήτη,
ή
αν εσείς προτιμάτε, κονιάκ,
το κέρασμα από το γάμο της Γαρυφαλλιάς.
Κλείνουμε το κρυστάλλινο βάζο, ερμητικά,
σαν την ανάσα τη χρυσή της Καρολάιν.
Πενήντα με εξήντα ημέρες στον ήλιο, δύο μονάχα μήνες καλοκαίρι.
Δροσιά πουθενά, όλα τα τζιτζίκια αθώα, στα δέντρα τους.
Σουρώνουμε με τούλι, περίσσευμα
από τις μπομπονιέρες Τους,
εκείνες των απόντων.
Ρετάλια οργαντίνας, μεταξωτά, κολλαρισμένα,
νυφικά σε διάγραμμα σκακιού.
Παιχνίδι για δύο,
ανάμιξη άσπρων-μαύρων πεσσών.
Νερό και ζάχαρη για το σιρόπι.
Πικρό πολύ, καμωμένο από τη φυτεία που έσπειρε αυτός στην Κωνσταντίνα από τη Μακρινίτσα.
Ελάχιστο λεμόνι για το τέλος, κομμένο από της ζήλειας το άκαρπο δέντρο και
στυμμένο πάνω στης Άννας τις ανοιχτές πληγές.
Ανοιχτός ο κήπος, μα αχτίδα δεν έφτασε.
Λίγες ημέρες υπομονή τώρα, θα περάσουν,
κλειστά στόμια και στόματα.
Να ωριμάσει.
Σε άρωμα και γεύση.
Τσιμουδιά.
Στην υγειά μας Αύγουστε.
...
(...όταν όλα έμοιαζαν, τον Ιούλιο του 2021, πως η Άννα θα ήταν το τελευταίο θύμα αυτής της επιδημίας).
...
Σοφία Π. Σαμόλη
Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024
«Ερήμην του ποιητικού λόγου» της Παναγιώτας Ζαλώνη
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ
Σημάδια της ζωής σου
ψάχνω μες στα βιβλία
τα τετράδια, τον υπολογιστή.
Βλέπεις η ελπίδα
δεν έχει χαθεί.
Άλλοτε πως σβήνει, δείχνει
κι άλλοτε αναζωπυρώνεται
και να, προβάλλει Ορθή.
Ω γύρω κοίτα,
τ ί π ο τα,
πώς χάνονται και πάνε,
ημέρες, ώρες και στιγμές.
Τρέμουνε όλα
και οι χαρές σβηστές.
Κουράστηκα, ψυχή μου.
Μεγάλο είναι βάσανο
του «τίποτα» τ’ απόσκιο.
====
Αλητείες...
Που καθόλου δεν μου πάνε.
Νύχτες ολάκερες στις πλατείες
και τα στενά σοκάκια τα γραφικά
της Πόλεως των Ιδεών
με τα μεθυστικά λουλουδαρώματα
και τις θεσπέσιες μελωδίες
των ωδικών πτηνών
π’ αλήτευαν κι αυτά
μαζί με την ψυχή μου και τον νου μου.
Επιθυμίες πεπτωκυίες
στις πλατείες
Νύχτες ολάκερες
τα μάτια κατακόκκινα
απ’ τις κραιπάλες.
Λιώμα ο νους και η ψυχή.
Ο στίχος λάβα ηφαιστείου.
====
To αλφαβητάρι του εγκλεισμού
Β
Βλέπεις; Ο ήλιος ολόλαμπρος!
Βγες στο μπαλκόνι, να τα πούμε
Βρες έναν τρόπο ποίημα να στήσουμε
Βιολέτες θα σου φέρω για να το στολίσουμε
Βραδιάζει.. Αλλοίμονο μην το καθυστερήσεις
Βάλσαμο ήτανε το ποίημά σου
Βασίλισσα η ψυχή μου τώρα είν’ κοντά σου
====
Γ
Γεσθημανή δε βρίσκω να σταθώ
Για να προσευχηθώ
Γέμισε ο τόπος πόνο, χαλασμό
Γιατρειά θέλω να βρω
Γερή να γίνω
Γεράνια στην αυλή μου να φυτεύω
Γονάτισα, φοβήθηκα και φτώχεψα
Γυμνό σαν είδα των ελαιών το όρος
Γιατί πού πήγαν οι ευλογημένες οι ελιές;
Γύρω μου «τίποτα»
Γιατί; Πάλι ρωτώ
Γέρασα λυπηθείτε με, η πίκρα μου βουνό









.jpg)















