"Το ρόλο μας τον διαλέξαμε οι ίδιοι εμείς – την πρώτη μέρα που διστάσαμε να πάρουμε μια απόφαση ή που σταθήκαμε εύκολοι σε μιαν αναβολή. Όλα όσα αρνηθήκαμε – αυτό είναι το πεπρωμένο μας." Τάσος Λειβαδίτης, "Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα ‘χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο." Οδυσσέας Ελύτης, "Κανένας δεν έχει δικαίωμα να εξουσιάζει τα μάτια μου, το στόμα μου, τα χέρια μου, τούτα τα πόδια μου που πατάνε τη γης" Γιάννης Ρίτσος, "Σ’ αυτόν τον κόσμο που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται." Γιώργος Σεφέρης
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοξενία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοξενία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Μαΐου 2024

Γιώργος Σαρδέλης, Τότε κατάλαβα Εμένα!





Τότε κατάλαβα Εμένα!


Έπρεπε να συναντήσω Εσένα για να γνωρίσω Εμένα!
Καθρέφτης έγινες των βαθύτερων φόβων μου.
Γιατί φοβάμαι να ανοίξω τη καρδιά μου;
Έμαθα να ζω στο σκοτάδι.
Το σκοτάδι με κάνει σκιά και φοβάμαι τον Εαυτό μου.
Το σκοτάδι είναι θάνατος, πρέπει να βγω στο φως!

Δεν ήρθες τυχαία σ' Εμένα,
ήρθες να μου ανοίξεις την καρδιά σου,
να μου μιλήσεις για την αγάπη,
να με βγάλεις από τα σκοτάδια!

Μου είπες ότι η αγάπη πονάει…
Κατάλαβα…
Αν δεν πονέσεις δεν μαθαίνεις την αγάπη.
Αν δεν κλάψεις δεν ξεπλένεις το φόβο.
Και τώρα έμαθα!

Η αγάπη θέλει τόλμη για να μπορείς,
θέλει ψυχή για να προσπαθείς.
Η αγάπη είναι δόνηση Συμπαντική,
η αγάπη είμαι Εγώ ...Εσύ ...Όλοι Μαζί!

Έπρεπε να γνωρίσω Εσένα ...για να γνωρίσω Εμένα.
Τότε κατάλαβα Εμένα!



Από την Ποιητική συλλογή «Ομιλούσες σιωπές/Γιώργος Σαρδέλης»





     


Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Μενέλαος Μαρκιανός, #επιλογές γραφής#






Έμαθα ότι κάθε μέρα μπορεί να αλλάξει.
Έμαθα ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο και δύσκολο από το να εμπιστεύεσαι κάποιον.
Έμαθα να δέχομαι τις απογοητεύσεις ή σε κάθε περίπτωση να μην τους δίνω πολύ βάρος.
Έμαθα να προχωράω ακόμα και όταν το μόνο άτομο που θέλεις να μιλήσεις είναι το ίδιο άτομο που σε πλήγωσε.
Έμαθα ότι πολλοί άνθρωποι δεν το κατάλαβαν ποτέ αυτό.
Έμαθα ότι όσο περισσότερα δίνεις τόσο λιγότερα παίρνεις.
Αγνοώντας γεγονότα δεν θα αλλάξει τα γεγονότα.
Ότι τα κενά δεν μπορούν πάντα να καλυφθούν. Ότι τα μεγάλα πράγματα φαίνονται από τα μικρά πράγματα.
Ο τροχός γυρίζει, αλλά όταν δεν σε νοιάζει πια.






Όταν συναντήθηκαν η Αγάπη και ο Έρωτας , η Αγάπη τον αγκάλιασε μα εκείνος τραβήχτηκε μακριά της.
«Άσε με να σε μάθω να αγαπάς» , του είπε τρυφερά.
«Θα χάσω το πάθος μου» , της απάντησε.
«Δεν θα το χάσεις. Θα γίνει πιο βαθύ , πιο ουσιαστικό , πιο αληθινό».
«Δεν θέλω να πάψω να είμαι πολεμιστής».
«Πάντα θα είσαι αλλά θα πολεμάς για πιο όμορφα πράγματα. Δεν θα πολεμάς για την υποταγή αλλά για το “ακούμπισμα” και θα είναι αυτή η πιο μεγάλη σου νίκη.
Η νίκη των δύο που γίνονται Ένα».
«Θα χάσω το όνομά μου , την φήμη μου , θα γίνω θνητός».
«Τότε είναι που θα κερδίσεις την απόλυτη Δόξα και Αθανασία.
Όποιος δεν περάσει από το ανθρώπινο δύσκολα φτάνει στο θεϊκό».
Κι ο Έρωτας πήγε κοντά της και την άφησε να τον αγκαλιάσει.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2024

Τάσος Λαμπρόπουλος, απόσπασμα από τη διάλεξη στο Πανεπιστήμιο Fudan της Σαγκάης




O πρώτος άθλος του Ηρακλή, το λιοντάρι της Νεμέας

Η ουσία των άθλων του Ηρακλή -που είναι ο ήρωας μέσα μας - σχετίζεται με την πνευματική πορεία που πρέπει να κάνει ο καθένας μας σε αυτή τη ζωή. Ο κάθε άθλος είναι μια πνευματική μύηση.

Κανείς δεν μπορούσε να σκοτώσει το Λιοντάρι της Νεμέας. Το δέρμα του δεν μπορούσαν να το διαπεράσουν τα βέλη ή τα δόρατα.

Ο Ηρακλής κρύφτηκε σε ένα στενό πέρασμα και όταν εμφανίστηκε το τρομερό λιοντάρι, το άρπαξε από το λαιμό και το έπνιξε. Έπειτα πήρε την λεοντοκεφαλή και τή φόρεσε στο κεφάλι του.

► Αποσυμβολισμός του άθλου :

Το λιοντάρι της Νεμέας είναι ο θυμός! Δεν μπορείς να νικήσεις τον θυμό με τη λογική που στον αποσυμβολισμό τους είναι τα βέλη και τα δόρατα. Το λιοντάρι πέθανε από πνιγμό, δηλαδή έμεινε χωρίς αέρα!

Στην πνευματική ατραπό υπάρχει μια πολύ σπουδαία ρήση :

«Όπου βαζουμε την προσοχή μας, εκεί ρέει η ζωή». Η προσοχή μας είναι ζωογόνος και ζωοδότης, γιατί μέσω αυτής προσφέρουμε την ζωικότητα-αιθερικότητα μας.

Ο τρόπος να πνίξουμε αυτό το τρομερό λιοντάρι του θυμού είναι να τραβήξουμε την προσοχή μας μακριά από αυτό και να αφήσουμε το θηρίο να πεθάνει χωρίς αέρα (δηλαδή χωρίς να το θρέψουμε μέσω της προσοχής μας, με την ενέργεια της ψυχής μας)

Ο θυμός όπως και άλλα παρόμοια δηλητήρια της ψυχής (φόβος, εγωισμός, ζήλια) μπορεί να νικηθεί μόνο με αυτόν τον τρόπο. Ο Ηρακλής στο τέλος φόρεσε το κεφάλι του λιονταριού γιατί κάποιοι καταλαβαίνουν μόνο αν δουν το θυμωμένο πρόσωπο ενός λιονταριού. Έτσι, όταν χρειαστεί, παρόλο ότι έχει νικήσει τον θυμό, θα χαμηλώσει στο πρόσωπό του τη φοβερή λεοντοκεφαλή, γιατί να μην επιτρέψει σε ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν από ευγένεια να τον χειριστούν

 



Ο Ηρακλής είναι η παρούσα προσωπικότητα που πρέπει σε αυτή τη ζωή να πάρει τη μύηση μέσα από τους 12 άθλους, ώστε να πραγματοποιηθεί ο Ιερός Γάμος του μυαλού (παρούσα προσωπικότητα) και της ψυχής (αθάνατο διαχρονικό κομμάτι μας) Αυτό που στην εσωτερική φιλοσοφία ονομάζεται Φώτιση – (Enlightenment).

Ο θησαυρός βρίσκεται μέσα μας. Όταν μάθουμε να στρέφουμε την προσοχή μας μέσα μας, θα διαπιστώσουμε ότι η χαρά, η αγάπη, η αφθονία, η ειρήνη, όλα βρίσκονται μέσα μας και λανθασμένα τα ψάχνουμε έξω.

Η περίφημη φράση Άκουσε την καρδιά σου - LISTEN TO YOUR HEART είναι αυτή η ιερή σύνδεση του μυαλού με την μεγάλη Ψυχή του σώματος τούτου. Αλλά πώς μπορεί κάποιος να ακούσει την καρδιά αν δεν βρει τρόπο να σταματήσει το θορυβώδες μυαλό; Άκου την καρδιά σου, ναι, Αλλά πρέπει να ξέρεις ότι η καρδιά ψιθυρίζει ενώ το μυαλό ουρλιάζει.


Έχουμε την ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ που είναι η Ψυχή και το Φως αυτής, το αθάνατο κομμάτι μέσα μας και τη ΜΟΡΦΗ που είναι αυτό το σώμα και όλα τα υλικά πράγματα γύρω μας, συμπεριλαμβανομένων των χρημάτων, τα οποία είναι προορισμένα κάποτε να χαθούν, να διαλυθούν.

Ο Πλάτωνας το είπε με τον καλύτερο τρόπο στην ιστορία του με το Σπήλαιο.

Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται μέσα σε μια σπηλιά κοιτάζοντας εμπρός τους τον τοίχο που δημιουργεί ο βράχος, έχοντας την πλάτη τους στο άνοιγμα της σπηλιάς. Έξω στην πραγματική ζωή έχει λιακάδα και οι άνθρωποι που περνούν εμπρός από την σπηλιά δημιουργούν σκιές στον τοίχο της. Βλέπουν τις σκιές οι άνθρωποι της σπηλιάς και σκέφτονται ότι αυτή είναι η πραγματική ζωή.

Βλέποντας μόνο τις σκιές και τις μορφές, αγνοούν την Πηγή της Ζωής, την Ψυχή τους, που βρίσκεται έξω από την σπηλιά. Μερικοί άνθρωποι ακόμη και για να τους δείξουν τη ζωή έξω δεν θέλουν να βγουν. Προτιμούν να εξαπατούν τον εαυτό τους


ΤΑΣΟΣ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ

Από την τελευταία του διάλεξη στο Πανεπιστήμιο FUDAN της Σαγκάης, 16.04.2024






Τρίτη 16 Απριλίου 2024

Στέλιος Δουλγεράκης, Οι Φαροφύλακες της Νύχτας





Απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα του βιβλίου

Τι νύχτα και αυτή!!
Τελικά οι πρίγκιπες και οι βασιλιάδες δεν κυκλοφορούν μόνο τις μέρες αλλά και τις νύχτες, σε δρόμους στοχαστικούς και ερωτικούς, εκεί που κατοικούν τα όνειρα και η υπέρμαχη ανθρώπινη προσδοκία.
Γιατί σε τέτοια ταξίδια μόνος δεν είσαι. Ό,τι λαμπυρίζει το σκοτάδι είναι μαζί σου.
Θες τ’αστρα του ουρανού..
Θες τ’ νυχτοπούλια που γλυκοπαίζουν μες' το σκοτάδι...
Θες οι αλήτες, οι άσπονδοι και οι αγύρτες που είναι οι μόνοι που παλεύουν τη μοίρα και το λιγόπνοο φως της…
Θες εκείνο το αυτόφωτο θείο άστρο που ευλογάει τους τολμηρούς…
Και τόσα και αλλά τόσα σε συντροφεύουν.
Έτσι περνούσαν οι νύχτες και έτσι τις προσκύναγαν οι ημέρες, ομολογώντας υποταγή στην ανάγκη και τη λεβεντιά που ονειρεύεται.



Παρακολουθήστε την ταινία μικρού μήκους του συγγραφέα



Σκηνοθεσία: Δουλγεράκης Στέλιος 
Παραγωγή: Δουλγεράκης Στέλιος 
Σενάριο: Δουλγεράκης Στέλιος 
Φωτογραφία: Ποντίκη Μαρία 
Μοντάζ: Θεοδωρίδης Γρ. 
Ερμηνευτές: Καζάκος Κώστας, Σιδερίδης Βάκης



Στέλιος Δουλγεράκης


Ο Στέλιος Δουλγεράκης, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά από οικογένεια προσφύγων του Πόντου. Από πολύ μικρός πέρασε στο αριστερό κίνημα. Σπούδασε κινηματογράφο και η «ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ» είναι η πρώτη του ταινία (1990, 11΄). Έχει γράψει αρκετά σενάρια με τελευταίο το «Λυκόφως Των Αγγέλων» (2019, 114΄) βιογραφική για τον Φ. Νίτσε. Τα «Σβηστά χαλάσματα στο δρόμο της λύτρωσης και του μύθου» είναι τα πρώτα του διηγήματα. ΠΡΟΣΩΠΟ – Βιβλιοnet (biblionet.gr)


     



Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Δημήτρης Κάπα, Μαρία

 



#Μαρία#

Με τη Μαρία γνωριστήκαμε εντελώς τυχαία. Ήταν αδερφή της Γιώτας που ήμαστε φιλαράκια και συμφοιτητές στο Πολυτεχνείο. Ένα πρωί που είχαμε εργαστήριο στο προεντεταμένο σκυρόδεμα, εμφανίστηκε λαχανιασμένη στο άνοιγμα που χρησιμοποιούσαμε για πόρτα και διέκοψε την βοηθό καθώς ήθελε κάτι σημαντικό να πει στην αδερφή της. Η βοηθός της είπε να περιμένει λίγο έξω στο διάδρομο και θα ερχόταν εκεί να την βρει η αδερφή της.

Πράγματι, η Γιώτα εμφανώς αναστατωμένη έσπρωξε πίσω την καρέκλα της και ακολουθώντας το επίμηκες κενό που σχημάτιζαν τα τραπέζια στην αίθουσα, εξαφανίστηκε σχεδόν τρέχοντας στο βάθος του διαδρόμου. Η Μαρία είχε βγει έξω σε μια μικρή αυλή, προς τη μεριά του βουνού. Πρόλαβε να ανάψει τσιγάρο. Εκεί την βρήκε η Γιώτα, βουρκωμένη μέσα σ' ένα σύννεφο καπνού καθώς είχε άπνοια.

Τη ρώτησε, τί συνέβαινε.

«Γύρισε πριν δυο ώρες περίπου μεθυσμένος. Με χτύπησε.»

«Σε χτύπησε;»

«Ναι, κοίτα» και σήκωσε τα μαλλιά της που έπεφταν στην αριστερή  πλευρά του λαιμού της σαν καταρράκτης ώσπου ν' αγγίξουν το δαχτυλίδι που είχε για μέση.

Εκείνη τη στιγμή πέρασε αρκετά χαμηλά ένα πολεμικό αεροπλάνο αεριωθούμενο. Έτσι οι χειρονομίες που έκαναν συνομιλώντας οι δυο αδερφές έμοιαζαν με παντομίμα τραγική.

Καθώς η Γιώτα αργούσε να επιστρέψει και το εργαστήριο έπρεπε να προχωρήσει, η βοηθός με έστειλε να δω αν είναι καλά και οι δυο τους. Στάθηκα παράμερα, όσο πιο διακριτικά μπορούσα, αλλά προδόθηκα γιατί από νευρικότητα κλώτσησα άθελά μου ένα άδειο τενεκάκι από αναψυκτικό και ο χαρακτηριστικός θόρυβος που έκανε καθώς σύρθηκε στην άσφαλτο έκανε τις δυο γυναίκες να γυρίσουν προς το μέρος μου.

«Τί κάνεις εδώ Χρήστο;»  ήταν η αντίδραση της Γιώτας.

Απορία και έντονη ενόχληση είχε το βλέμμα της.

«Με έστειλε η Αργυρίου να δω αν θα αργήσεις γιατί έχει διακόψει το μάθημα.»

«Πες της να συνεχίσουν χωρίς εμένα. Έχουμε ένα πρόβλημα... Από 'δω η Μαρία. Μαρία ο Χρήστος, συμφοιτητής μου. «

Η Μαρία στον κόσμο της, ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Μόνο ένα κοφτό συγκαταβατικό νεύμα με το κεφάλι πλαγιοκοπώντας με, ενώ το στόμα της έστελνε τον καπνό στην αντίθετη κατεύθυνση.

«Χάρηκα Μαρία» έκανα εγώ σαν ηλίθιος κι αυτό το πλήρωσα ακριβά. «Χάρηκες που με είδες βουρκωμένη; Δηλαδή αν με έβλεπες να κλαίω θα χοροπηδούσες από τη χαρά σου;»

«Μαρία σε παρακαλώ», την επανάφερε η Γιώτα.

«Χρήστο αν θες μας αφήνεις για λίγο μόνες; Κάποιο πρόβλημα προέκυψε και πρέπει να το λύσουμε. Πες στην Αργυρίου ότι θα επιστρέψω μόνο για να πάρω τα πράγματά μου. Θα της εξηγήσω αύριο πες της.»

Σα βρεγμένη γάτα πήρα το δρόμο για το εργαστήριο ενώ ο Υμηττός είχε αρχίσει να "βάζει κατσούλα" και σηκώθηκε ένας αέρας που έδωσε μια ευχάριστη κινητικότητα στις κορυφές των κυπαρισσιών του κοντινού νεκροταφείου του Αη Νικόλα. Στο μυαλό μου είχε καρφωθεί ο τρόπος που η Μαρία κρατούσε το τσιγάρο. Τον είχα βρει εντελώς ξεχωριστό, σημάδι μιας ακαταμάχητης γοητείας που μπορούσε να εξελιχθεί ακόμα και σε έρωτα. Έτσι ήμουν τότε. Και τώρα μάλλον έχω χειροτερέψει.

«Κυρία Αργυρίου, η Μαρία -lapsus αναμενόμενο- μου είπε ότι θα επιστρέψει μόνο για να πάρει τα πράγματά της. Θα σας εξηγήσει αύριο, μου είπε.»

«Τιμή μας», έκανε η Αργυρίου και ένα σύννεφο ξινίλας την εξαφάνισε προσωρινά από το οπτικό μου πεδίο. Τί γυναικάρα αυτή η Μαρία. Τι γάμπα ήταν αυτή. Σαν να την έπλασε ο Θεούλης για διαφήμιση της Μπερκσάιρ. Μαλλί σκούρο καστανό, μακρύ κι ο Πλάστης όταν έπλαθε τις καμπύλες της  δεν φέρθηκε καθόλου μα καθόλου τσιγγούνικα στο δημιούργημά του. Και ο τρόπος που κρατούσε το τσιγάρο..., μόλις την έφερα πάλι εμπρός μου ζωντανή, ένιωσα ό,τι λέκιασα το εσώρουχό μου. Αχ, νιάτα. Πάντα σε επιχειρησιακή ετοιμότητα.

«Ξύπνα Βασίλη» με επανάφερε στο παρόν η φωνή της Γιώτας που μάζευε τα πράγματά της δίπλα μου.

«Τί πάθατε βρε Γιώτα;»

«Κάτι οικογενειακά. Το Μαράκι είναι μυστήριο τραίνο. Θα σου πω την Τετάρτη. Άντε καλό Πι Σι Κάπα» μου πέταξε σηκώνοντας την τσάντα της και κλείνοντάς μου το μάτι.

«Καλό και για σένα Γιωτάκι»

Η Γιώτα έφυγε τρεχάτη να ξαναβρεί την αδερφή της. Είχε αρχίσει να ψυχαλίζει. Ευτυχώς η Μαρία είχε έρθει με το αυτοκίνητο όπου και την περίμενε με αναμμένη τη μηχανή. Ένα Toyota κουπέ δίθυρο μουσταρδί, σήμα κατατεθέν των 70s.

«Ακούς τον μαλάκα, μαζί πηδιόσαστε εμένα πλακώνει στο ξύλο. Το ρεμάλι. Δεν είναι καλά ο άνθρωπος πέρα απ' ότι είναι κάργα αλκοόλας. Πού τον ψώνισες εξυπνοπούλι μου, δεν μπορώ να το καταλάβω. Βέβαια, εδώ να τονίσουμε πως δεν σου άρεσε ο Κώστας, μια χαρά παιδί. Ναι, μωρέ μια χαρά παιδί, που μας έπαιρνε και τις δυο, χωρίς η μία να ξέρει για την άλλη.»

 «Ωχούυυυ, κολλάς κι εσύ σε κάτι λεπτομέρειες ρε συ Γιώτα. Δικός σου ήτανε καμάρι μου. Εγώ περαστική ήμουν. Δηλαδή, θέλεις να μου πεις τώρα ότι απλά ήθελες να τον δοκιμάσεις σαν μεγαλύτερη για να βεβαιωθείς ότι το αδερφάκι περνάει καλά. Άμα σε πιάσω από το μαλλί που σου έχει φτάσει στον κώλο, θα στο βγάλω τρίχα τρίχα, μόη Μαριώ, που λένε και οι Κορωπιώτες.» Έσκασαν κι οι δυο τους στα γέλια, ενώ το Τοyotα περνούσε από τη δευτέρα στην τρίτη.

Τα πράγματα ωστόσο ήταν πιο σοβαρά απ' όσο τα παρουσίαζαν οι αδερφές Ντάβαρη. Εμένα μου είχε πει το Γιωτάκι πώς ο Αργύρης το είχε εύκολο να σηκώνει το χεράκι του, κάποιες φορές μου είχε δείξει τα σημάδια. Μια μέρα είχε σκάσει μύτη και με γυαλί ηλίου, ενώ μόνο ήλιο δεν είχε εκείνη τη χειμωνιάτικη ημέρα.

«Σαν πολλά δε ρωτάς για την αδερφούλα μου Χρηστάκη; Ε, ναι λοιπόν, πριν λίγες μέρες έκλεισε τα είκοσι επτά. Είναι γκόμενα η γυναίκα, καμμιά σχέση με μένα. Γεννήθηκε θηλυκό.  Όποιον γουστάρει τον έχει στο κρεββάτι της. Μοιάζουμε, αλλά μόνο φατσικά.»

«Ρε συ Γιωτάκι, λες να δοκιμάσω την τύχη μου;»

«Και δεν τη δοκιμάζεις; Την άδειά μου χρειάζεσαι μωρέ;»

«Καλά λες.»

Με τα πολλά κατόρθωσα να κλείσω το πρώτο ραντεβού με τη Μαρία. Προηγήθηκαν κάμποσα τηλεφωνήματα όπου και καλά έπαιρνα για να ρωτήσω κάτι τη Γιώτα - τις ώρες που ήξερα ότι λείπει- και πιάναμε την κουβέντα περί παντός επιστητού με τη Μαρία. Ώσπου φτάσαμε και στο κομβικό σημείο του ραντεβού για ένα καφέ μετά το μεσημεριανό φαγητό στο Παγκράτι. Εν τω μεταξύ τις τελευταίες μέρες η Γιώτα δε μου φαινόταν και πολύ καλά. Τη ρωτούσα τί έχει και τη μια φορά μου έλεγε πως ήταν κουρασμένη, την άλλη πως βαριότανε, την τρίτη πως είχε πονοκέφαλο.

Το ραντεβού ωστόσο πήγε τόσο καλά που καταλήξαμε στο κρεββάτι. Η Γιώτα είχε πάρει το αυτοκίνητο και πήγε στο Κορωπί να δει τους γονείς τους και θα έμενε το βράδι εκεί. Η Μαρία δέχτηκε με ενθουσιασμό να την πάω στο σπίτι τους με το μηχανάκι και όταν φτάσαμε μου πρότεινε να ανέβω για ακόμα ένα καφέ και μετά αν ήθελα να νοικιάζαμε καμμιά ταινία της προκοπής για να δούμε τρώγοντας ποπ κορν. Ε, λοιπόν δε χρειάστηκε να με παρακαλέσει. Κάναμε έρωτα ως το πρωί με ένα μόνο διάλειμμα για πίτσα σε μια κοντινή πιτσαρία. Η Μαρία ήταν μια γυναίκα βόμβα, ατομική νέας γενιάς. Το Ναγκασάκι και η Χιροσίμα μαζί. Δεν την χόρταινα,  αντίθετα με άναβε όλο και περισσότερο. Αυτό φαινόταν στην ένταση των οργασμών της και στο ότι ξεσήκωνε τον κόσμο από τις φωνές της κάθε φορά που τελείωνε, κι εγώ μέσα της.  

«Παίρνω το χάπι» μου είχε είπε.

Κατά τις τέσσερεις μας πήρε ο ύπνος, αποκαμωμένους, αφυδατωμένους. Γυμνοί κοιμηθήκαμε, η Μαρία κολλημένη επάνω μου δια παν ενδεχόμενο. Ώσπου μέσα στον ύπνο μου άκουσα χτυπήματα σε ξύλινη πόρτα. Πετάχτηκα και ανακάθισα στο κρεββάτι. Το Μαράκι  αναδεύτηκε δίπλα μου και συνέχισε να κοιμάται. Τα χτυπήματα δυνάμωσαν κι έγιναν κλωτσιές υπό την σφοδρότητα των οποίων υποχώρησε ο ταμπλάς της πόρτας, και ω του θαύματος, εμφανίστηκε ο Αργύρης που γέμισε το σπίτι μυρουδιά από φτηνό αλκοόλ.

«Μ' αυτόν πηδιέσαι μωρή;»

«Δεν είναι εδώ εκείνη που ψάχνεις ανόητε. Παράτα μας ήσυχους.»

«Κάνε στην άκρη λιμοκοντόρε. Μέσα κρύβεται η βρώμα. Εκεί που πηδιέται και μαζί μου. Κάνε στην άκρη λοιπόν.»

Τότε παρεμβλήθηκε ανάμεσά μας η Μαρία, ευτυχώς με το πουκάμισό μου για να κρύψει τη γύμνια της.

«Βρε Αργύρη, τί πράγματα είναι αυτά;»

«Σκάσε κι εσύ μωρή καριόλα.»

Δεν άντεξα και του κατάφερα ένα δυνατό χτύπημα στο πάνω μέρος του κρανίου με ένα πορτατίφ από όνυχα που βρέθηκε δίπλα μου, πάνω στο κομοδίνο του κρεββατιού της Μαρίας. Αίματα και άλλες ουσίες τινάχτηκαν στους μπεζ τοίχους. Ο δόλιος ο Αργύρης δεν πρόλαβε να κάνει ωχ.

Είκοσι πέντε χρόνια περίμενα τούτη την ώρα. Μαζί με μένα η σύζυγός μου η Μαρία και τα δυο μου παιδιά. Να ανοίξει η πόρτα της φυλακής, να τους αγκαλιάσω και να φύγουμε όλοι μαζί για το σπίτι.

 

Δημήτρης Κάπα

26.03.24

Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

"πικραλίδες" του Στάθη Μασκαλίδη, γράφει ο Βαγγέλης Γιάννος






Τίτλος: " π ι κ ρ α λ ί δ ε ς "

Συγγραφέας : Στάθης Μασκαλίδης

Εκδόσεις: Κομνηνός

...ίσως το " π ι κ ρ α λ ί δ ε ς" το χαρακτηρίσει κάποιος εξαιρετικό οδοιπορικό- φόρο τιμής- του συγγραφέα στην περιοχή, στην πόλη που τον γέννησε, τον γαλούχισε, τον αγκάλιασε...

...ίσως άλλοι απομονώσουν το απόλυτο, σκληρό ψυχογράφημα των ηρώων του, στην περιδίνηση των αναζητήσεων στης ζωής την αφετηρία....

...ίσως ο αναγνώστης αναζητήσει στις διαδοχικές εικόνες του πολυραγισμένου κατόπτρου , την δική του, την πιο οικεία στην ψυχοσύνθεσή του εικόνα...

...ίσως...ίσως...πολλά τα... ίσως.. στο πολυεπίπεδο, πρωτοπρόσωπο πόνημα του συγγραφέα Στάθης Μασκαλίδης ,που αφήνει για δεύτερη φορά το αποτύπωμά του στο χώρο της Λογοτεχνίας, μετά το έργο του "Σαν Φυσάει ο Βαρδάρης ".

Προσωπικά πιστεύω πως είναι όλα τα παραπάνω, περίτεχνα πλεγμένα με λόγο ήπιο, στρωτό, έντονα λυρικό, με διάσπαρτο λόγιο λεξιλόγιο σε τούτο το υφάδι, που ένδυμα του νου και των στοχασμών γίνεται.

Εικόνες, πολλές εικόνες πλουμιστές σε έκφραση και συναισθήματα οδηγούν τον αναγνώστη από το φως της αγνότητας σε έρεβος πυκνό, μίσους και ανασφάλειας, λούζεται ξανά στο φως της ελπίδας και χωρίς να πάρει ανάσα οδηγείται πάλι στο σκοτάδι, ώσπου το φως να φωτίσει όχι μόνο το νου, αλλά καρδιά και αισθήματα, χωρίς να γυρίζει την πλάτη του στον ήλιο.

Είναι ανελέητο το αυτομαστίγωμα του πρωταγωνιστή της ιστορίας, δεν δημιουργεί χαρακιές, με βαθιές ουλές, μόνο στην ψυχή του, αλλά στιγματίζει και τη ζωή όσων συνοδοιπορούν στη σκιά του, όσων οι συγκυρίες τούς έφεραν στην πορεία του ή τους ανάγκασε να βρεθούν στο πλευρό του. Σώτος το όνομά του μα διασώστης του εαυτού δεν έγινε. Μετατράπηκε σε παίγνιο των αισθημάτων του, έμοιαζε με το ποντικάκι στα νύχια της γάτας, η οποία διασκεδάζει με το θήραμά της την ανία της πριν το αφανίσει, ή προσπαθεί να πιστεί για την υπεροχή της.

Οι ειδικοί σε θέματα ψυχικής υγείας συνιστούν αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση. Κάθε στιγμή είναι μοναδική και αναντικατάστατη τονίζουν. Επιβάλλεται οι στιγμές να αξιοποιούνται παραγωγικά για της ψυχής την τέρψη, οι οποίες παράγουν και την ψυχική υγεία. Στιγμές αιωνιότητας και ο έρωτας, αλλά στην ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας, μπερδεύεται η ωραιότητα με τον παραλογισμό που εμφανίζεται, με το ανεκπλήρωτο παιχνίδισμα και την απαξίωση των αισθημάτων. Θολώνει η κρίση, σβήνει του ορθολογισμού η δύναμη , η ζήλια μετατρέπεται σε μίσος, αυτό αναζητά εκδίκηση... και ο έρωτας καταντά μαρτύριο, όπως του Σώτου για τη Φανή. Γιατί υπάρχουν κι εκείνες οι γυναίκες που δέχονται αμέτρητα αποτυπώματα χειλιών στο κορμί τους, μα δεν επιτρέπουν κανένα να αγγίξει την καρδιά τους! Είναι τότε που ο ερωτευμένος αδυνατεί να αντισταθεί στην εσωτερική παρόρμηση, μοιάζει με τον θύσανο του καρπού της πικραλίδας ,που σκορπά με την πιο ήπια πνοή του ανέμου!

Η ρήση "στερνή μου γνώση...." δεν αποσβαίνει τα λάθη, δεν θεραπεύει τις πληγές, μα και ούτε γίνεται πάντα επανεκκίνηση νέας ζωής για όλους!

Φίλε Στάθη, ευχαριστώ για τούτο το ταξίδι ψυχής και σκέψης και επίτρεψέ μου να θυμίσω, πως στην πένα σου διέγνωσα κάποτε έναν φ έ ρ ε λ π ι ν συγγραφέα!

Συγχαρητήρια φίλε μου ,καλοτάξιδο

"οι   π ι κ ρ α λ ί δ ε ς" σου, ατέρμονες πτήσεις να έχει!

Τρίτη 9 Απριλίου 2024

νήΚος παναγιωτάρας, ποίηση & απαγγελία από τις τελευταίες εκδόσεις του ποιητή



Απαγγέλει ο Δημήτρης Φιλελές
.


.

          _ το φιλί _


Το κάθε τι στον χρόνο του αλλά όχι στην θέση του, ο Ογκίστ δεν γνώριζε˙
Ο αιώνας του διαφωτισμού έκλεισε νωρίς, δεν άντεχε τόσο φως,
τόση αλήθεια τόσο ψυχρό συναίσθημα.
Λόγος πολιτικός το μαρμάρινο πεντελικό φιλί του σχεδόν ξεδιάντροπο
Καθαρό βλέμμα, απαράλλακτο, ξεπετάγεται από τα μισορημαγμένα πρόσωπα!

Προσφέρθηκα τόσο ξαφνικά σαν ακριβό και σπάνιο δώρο σε χείλη πολυτέλεια
Και υποφέρει το μάρμαρο γιατί δεν κάνει πίσω ο Ροντέν ειδικά για μένα.
Χείλη σφαλισμένα με προστατεύουν από την χλεύη του κόσμου,
της άγνοια της Παρθένας!
Ανεκτίμητη αλήθεια το πρωϊνό φιλί, η πιο εξαίσια εκλέπτυνση της ψυχής!

Το φιλί φιλοτεχνήθηκε σχολαστικά από αυτούς που βλέπουν την θάλασσα ρηχή,
Από αυτούς που ζούνε σύντομη αλλά έντονη ζωή που εξαιρούνται από την αδάμαστη μοναξιά!

Ἔστι καὶ ἐν κενεοῖσι φιλάμασιν ἁδέα τέρψις˙ κακοὶ γὰρ εὖ πράσσοντες οὐκ ἀνασχετοί!

ν.Θ.π.

9.4.'24


.

.

苏格拉底: «Κάτι μου έλεγε πως κακώς ήμουν εκεί, αντέδρασα κι επέδρασα,

Είχε δίκιο στα δικά του μάτια, όχι στα δικά μου, μια φούχτα χώμα είμαι κι εγώ,

Άφησα πίσω φίλους και συγγενείς, μαχητές όλοι μας, στρατός ευθανασίας, αθανασίας

Για τον αυτοκράτορα Qin Shi Huang Di˙ λιπόψυχος και μοιρολάτρης!

Τὸ νικᾶν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη, βλέπω τον λύκο,

Γνωρίζω τα καλύτερα και τα επιδοκιμάζω, παρ’ αυτά ακολούθησα τα χειροτέρα˙

Σοφός είναι αυτός που λέει λίγα, η αλήθεια νικά τα πάντα, τι είναι ένα όνομα;

Σάμπως για να υπηρετώ πλάστηκα και κάτι παραπάνω κι όχι μόνον τον αυτοκράτορα!»

Τα δάκρυα κι οι αποχωρισμοί δεν κάνουν καλό στον πήλινο στρατό σε βάθος χρόνου˙

Ακίνητοι κι ακλόνητοι, αρχοντικοί με τις αστραφτερές στολές τους˙ ζωντανοί νεκροί!

Εὐφημεῖτε˙ η μοίρα οδηγεί αυτόν που θέλει και σέρνει αυτόν που δεν θέλει!


8.4.'24

ν.Θ.π.




Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

Φωτεινή Αζαμοπούλου, Τα Λάμδα τ' ουρανού




Όταν στα μάτια σταλάξει ο πάγος
και το χιόνι απλωθεί στην ψυχή
όταν μολύβι το στήθος, βαρύ
και το μηδέν την αφή υφαρπάξει
όταν ο ήλιος μεσουρανεί παγερός
κι η βροχή δε δροσερεύει τη σκέψη
όταν ο νους κοντοσταθεί στη στιγμή
και η καρδιά δεν κυνηγά τα λεπτά
τότε
μαύρο σκοτάδι
θα σου κυκλώσει το είναι.
Αδηφάγα η γη
πεινασμένα σκουλήκια
θ’ αλλοτριώνουν το ταπεινό σου σαρκίο.
Αν, ευτυχώς, στο νερό ξεψυχήσεις
παυγιδευμένο στα φύκια σκαρί
προκαλείς τα θεριά του πελάγου.
Δάκτυλα άσαρκα, κουφάρι λιωμένο
θα πλανάσαι στην αιώνια ταλάντωση
στο υπερπέραν αποζητώντας γαλήνη.
Ψυχή μου και σώμα
πάντα ενιαία σας είχα
ευχή και κατάρα αφήνω
στην πυρά παραδώστε τα
κάψτε, κάψτε με!
Να μην πια τη φοβούμαι
στους ανέμους σκορπίστε την τέφρα!
Τη μέρα που τη στάχτη μου σκορπούσαν
τυφώνας σύρθηκε
την άρπαξε στα ύψη.
"Συ, άφησε τη γείωση για τρίτους"
μου σφύριζε ο Αίολος.
"Θα ξεπνοήσεις"
"Θα σωριαστώ"
του εμπιστευόμουν
και κείνος
της λαχτάρας συνεργός
με μιας δόρυ καρφώνει
διαπερνάει της γης την ατμόσφαιρα
στο σύμπαν αστερόεσσα μ’ ορίζει
χιλιάδες μύρια
τα "λάμδα"
να εκπέμπω τ’ ουρανού.

Από το "Πορφυρό μενεξελί"

Μίνα Μπουλέκου, Μια αδιάλειπτη Παρουσία




Και φεύγουν και έρχονται οι άνθρωποι,
μες τις πολλές συναθροίσεις,
περιπλανώμενοι διαβάτες στα σύνορα της γης,
σαν ποταμοί ορμητικοί, από σύννεφα αγνώριστα
που χάνονται σε έναν αδιάκοπο μόχθο.

Με χίλιες ιστορίες στα μάτια τους βαθιά,
εξιστορούν το πέρασμα τους,
στη πλώρη του καραβιού, με όνειρα κυματισμένα
να ταξιδεύουν γοργά με την πνοή του ανέμου.

Και φεύγουν και έρχονται οι άνθρωποι,
σαν πλοία εξοστρακισμένα
που ταξιδεύουν σε θεριεμένους βοριάδες
με άγνωστο προορισμό.
Με βήματα ακονισμένα, στέκουν Εκεί
Όρθιοι Πάντα σε μια έγερση καθολική ,
παλεύοντας με τα κύματα ταλανισμένοι μέρα και νύχτα.

Στης ψυχής τα σιωπηλά μονοπάτια
κρύβουν την αντάρα τους
θαμμένη στα πέλαγα στης λήθης…
αφήνοντας πίσω τους σημάδια νοτισμένα
στα χνάρια μιας ξεριζωμένης αμμουδιάς.

«Μα είναι ποιος αυτός που κρατά την πόρτα της ζωής μας;
Ποιος ξέρει τον δρόμο που θα ακολουθήσει;»
 
Και φεύγουν και έρχονται οι άνθρωποι,
σαν παραμύθια που ζωντανεύουν στη φωτιά.
Τα βλέμματα τους τρεμοπαίζουν σαν άστρα φωτεινά
αναζητώντας το φως μεσ’ το σκοτάδι της νύχτας,
αναζητώντας την Μεγάλη Αλήθεια.

Μα η γη κρατεί καλά τα μυστικά της καρδιάς,
σε μνήμες αγέραστες, ριζωμένες
σαν δέντρα αειθαλή στον αιώνιο χρόνο.
Και οι Μεγάλες Ώρες ζωντανεύουν
ξανά σε μια αδιάλειπτη παρουσία
κι οι μνήμες αντηχούν σ’ ένα ατέλειωτο τραγούδι.

Εκεί θα ανταμώσουμε πάλι, σε τόπους αλαργινούς,
πέρα μακριά απ’ τις λίθινες εποχές
που χαράξαν οι σκιές αυτού του κόσμου!

Ελένη Μαρθάρη, "εκ προμελέτης"

 



Φτωχό της φάνηκε το σκουφάκι.
Με το φόρεμα θα την έβλεπε σίγουρα από μακριά.
το 'κοβε σε κομμάτια και τα σκόρπαγε πίσω της σαν άλλος κοντορεβυθούλης.....έτσι για να μην υπάρχει ούτε μία περίπτωση να του διαφύγει.
μ' άδεια τα χέρια, άλλωστε δε μαγείρευε κιόλας πια .......η γιαγιά της ''έφυγε'' προ πολλού.....-αυτή τουλάχιστον δίχως τη θέλησή της-....
Εν ανάγκη θα εξουδετέρωνε και τον κυνηγό αν τον έπιανε ο πόνος δήθεν για να τη σώσει. Βίωσε άπειρες τέτοιες σωτήριες παρεμβάσεις.
Όλοι την είχαν εγκαταλείψει...κι οι ζώντες κι οι τεθνεώτες.
Κι ήταν τόσο μεγάλο το δάσος μονάχη της για να το διαβεί...
Χαλάλι όλου του κόσμου το άλικο αν ήταν να νιώσει τον κατασπαραγμό του αμνού στην αγκάλη ενός αμεταμφίεστου Λύκου...

*ε. μ. --- 'εκ προμελέτης' ---
Απρίλης στα δάση...
αλλού παραφυλάει ο κίνδυνος

Κωνσταντίνος Γεωργάτος, Διεκδικώ




Διεκδικώ με πάθος τον ανώτερο εαυτό μου, όχι γιατί μου ανήκει, αλλά γιατί νιώθω πως τον οφείλω.
Καθώς ό,τι μου «ανήκει» ξεκινάει από το αναπόδραστο παρελθόν και καταλήγει στο γρήγορο παρόν μου, ενώ εκείνο που οφείλω "χάνεται" ελπιδοφόρο στο μέλλον!
Εκείνοι που σας λένε πως δεν υπάρχει «ελπίδα» δεν έχουν «παρόν» διότι η επιλογή του παρελθόντος τους ήταν χαμένη σε ένα "στεγνό" και στατικό μέλλον.
Αλλά εμείς θα προχωρήσουμε σε πείσμα των καιρών…
Το πνεύμα μας θα ταξιδεύει ολάνθιστο και αιώνιο και σαν το φως θα διαχέεται παντού, ώστε ακόμα και όταν η ύλη μας χαθεί στο παρελθόν, εμείς θα είμαστε ήδη πολύ πιο μπροστά από την ιταμή αυτή στιγμή, σε ένα λαμπρό, γεμάτο αγάπη μέλλον.
Διεκδικώ λοιπόν με πάθος τον ανώτερο εαυτό μου, όχι γιατί μου ανήκει, αλλά γιατί νιώθω πως τον οφείλω.
Στο χαμόγελο των παιδιών μας, στο πρώτο μας φίλημα, στα ερωτευμένα μάτια που θα σμίξουν σε αέναες μυρωδιές ελευθερίας και δόξης, στις αγκαλιές των μανάδων που ζουν στις καρδιές μας κι ας μην έχουν γεννηθεί ακόμα...
Στην συνειδητή επιλογή της ζωοφόρου "ελπίδος" που είναι το φως των ματιών του μέλλοντος κόσμου.
Διότι κι εμείς, από εκεί προερχόμαστε και εκεί οδεύουμε!
Βλέπεις;
Έχουμε ευθύνη!
Ακόμα και τώρα που "μιλάμε", είμαστε ήδη στο μέλλον….
Ρόδο, ώ, ρόδο μου, αμάραντο!

Φιλοσοφικές προσεγγίσεις - Κωνσταντίνος Γεωργάτος


νήΚος Παναγιωτάρας, Tι είναι ο θεός και ο άνθρωπος ...





.
.

Tι είναι ο θεός και ο άνθρωπος θα ‘πρεπε να γνωρίζαμε έως τώρα απλά κοιτάζοντας
ανάμεσα από λόφους με ιτιές κι αγρούς που προσπαθούν να γίνουν υάκινθοι,
μέσ’ από τις φωτεινές πορφυρές νύχτες˙ αλαλιασμένες από του Έρωτα τούς σπαθισμούς!
Πανδίκαιη Τύχη όρκισε την Άνοιξη να επιμείνει˙ ν’ αντέξει το χρώμα και το άρωμα
των υάκινθων που δεν έχουν στην αγάπη μοίρα μόνο του κηπουρού την συμπόνια.
Είναι τού Ἀπόλλωνα το χρέος-τροφός που κάνει τα πέταλά τους μοβ έως μαύρα,
μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε, εἰ μὴ τὸ ἀλλήλους ἐγαπᾶν˙ παρ’ ότι θεός έτσι μπορεί να την γλυτώσει!
Πέρα από το χρώμα και το άρωμα από τον απογοητευμένο Κήπο της Γεθσημανή
έφτασαν στον Δυτικό Τείχος της Ιερουσαλήμ κι ενώ τα Δάκρυα Χαράς ή Λύπης ήταν όμοια,
ο Χαλίλ τους έδωσε διαφορετικό σχήμα πριχού φτάσουν στο Aynadamar!
Του Άδωνη οι Αναλογίες και οι Αρχές με λίγη βοήθεια από τον Υάκινθο εν καιρώ
θα θύμιζαν τα Πολιτικά τού Αριστοτέλη, ‘οὐθὲν γάρ μάτην ἡ φύσις ποιεῖ!’

Ο Έρωτας μπορεί να γνωρίζει περί αιωνιότητας˙ μπορεί ακόμη να κατανοεί την γοητεία,
ο πόνος του κόσμου όμως, ελλείψει αγάπης είναι μια κιρκάδια εντύπωση πολυτέλειας,
μια άσπρη μαργαρίτα που δεν θα μαδηθεί ποτέ!
 
Σαν σύντομοι κι αραιοί στεναγμοί που τράφηκαν στην λήθη σ’ ένα στεγνό πρωινό
Θα λέμε: μα πόση ομοιότητα, πόση ισορροπία στην ομαλή διάταξη ζωής και θανάτου!

3.4.'24
ν.Θ.π

Αυγερινός Ανδρέου, Να 'μουν για σένα (σχεδίασμα για τραγούδι)

 




ΝΑ ’ΜΟΥΝ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

(σχεδίασμα για τραγούδι)

Να ’μουν αστέρι τη νυχτιά , τ’ απόβραχο δοξάρι,
να ’μουν δροσούλα της αυγής, του δειλινού η κάψα,
ν’ αγγίζω τις βουνοκορφές, διάσελα να διαβαίνω.
Να ’μουν κι αητός περήφανος κι ένας μικρός πετρίτης
για να διαβώ τη ρεματιά που πλένεις τα προικιά σου.
Να ’μουν τη μέρα φλάουτο και τη νυχτιά φλογέρα
να τραγουδώ, να σου λαλώ τραγούδια της αγάπης.
Κι ένα μελίσσι να ’μουν το μέλι να σου φέρνω
στα χείλη σου τα δροσερά να γλυκοτραγουδάνε.
Χρυσή κορδέλλα να ’μουνα που δένεις τα μαλλιά σου,
να ’μουνα κι όμορφη κλωστή στον αργαλειό που υφαίνεις,
χαμόγελο στα χείλη σου, δροσιά στο μάγουλο σου.
Να ’μουνα γάργαρο νερό που λούζεις τα μαλλιά σου
και στα κρινένια χέρια σου χτένι μαλαματένιο
σαν απαλοχτενίζεσαι και φτιάχνεις τις πλεξούδες.
Να ’μουν μια φτέρη της πλαγιάς που το κορμί πλαγιάζεις,
να ’μουν ροδιά κι αμυγδαλιά να ρίξω τους ανθούς μου
για να στρωθεί κι ευωδιαστεί η στράτα που διαβαίνεις,
να ’μουν της άνοιξης ανθός και του Μαγιού το ρόδο,
να ’μουν αγριολούλουδο να ’ρθεις να το μυρίσεις,
να ’μουν κι ένα νούφαρο στην πράσινη λιμνούλα
τα ματιά να σου μάγευα όταν γλυκοκοιτάζουν.
Να ’μουν αγριοστάφυλλο να πέσω στην ποδιά σου,
να ’μουν κι αγριοφράουλα να ’ρθεις για να με κόψεις,
να ’μουν κισσός κι αγράμπελη στην άκρη στην αυλή σου
και γιασεμί στην ρούγα σου πρωί να το κλαδεύεις .
Βασιλικός πλατύφυλλος να ’μουν και μαντζουράνα
Να με δροσίζεις την αυγή, να μου μιλάς το βράδυ.
Να ’μουν ο ήλιος ο χρυσός και το λαμπρό φεγγάρι
στο παραθύρι να ’ρχομαι να σε κρυφοκοιτάζω,
μια χαραμάδα να ’μουνα, καρδιάς αστροπελέκι
που στα όνειρά σου να ’πεφτε όταν γλυκοκοιμάσαι.

Αυγερινός Ανδρέου

Σοφία Π. Σαμόλη, AMARETTO






AMARETTO
(Amaro = Πικρό)
(Amore = Αγάπη)
ΥΛΙΚΆ:
Βασιλική
Κωνσταντίνα
Καρολάιν
Ελένη
Γαρυφαλλιά
Άννα
...
...
...
...
...
Κυριακή (Πρωταπριλιά του 2024)
ΕΚΤΈΛΕΣΗ:
Μαζεύουμε υπομονετικά
αμύγδαλα από βερίκοκα,
γεμίζοντας την πολύχρωμη ποδιά των χρόνων της Ελένης.
Τ’ αφήνουμε να μεστώσουν στον ήλιο του καλοκαιριού,
- αν δεν κρυφτεί -
κι όχι σε σκοτεινό μέρος.
Προσθέτουμε ρακί,
της Βασιλικής τ’ απόσταγμα,
από την Κρήτη,
ή
αν εσείς προτιμάτε, κονιάκ,
το κέρασμα από το γάμο της Γαρυφαλλιάς.
Κλείνουμε το κρυστάλλινο βάζο, ερμητικά,
σαν την ανάσα τη χρυσή της Καρολάιν.
Πενήντα με εξήντα ημέρες στον ήλιο, δύο μονάχα μήνες καλοκαίρι.
Δροσιά πουθενά, όλα τα τζιτζίκια αθώα, στα δέντρα τους.
Σουρώνουμε με τούλι, περίσσευμα
από τις μπομπονιέρες Τους,
εκείνες των απόντων.
Ρετάλια οργαντίνας, μεταξωτά, κολλαρισμένα,
νυφικά σε διάγραμμα σκακιού.
Παιχνίδι για δύο,
ανάμιξη άσπρων-μαύρων πεσσών.
Νερό και ζάχαρη για το σιρόπι.
Πικρό πολύ, καμωμένο από τη φυτεία που έσπειρε αυτός στην Κωνσταντίνα από τη Μακρινίτσα.
Ελάχιστο λεμόνι για το τέλος, κομμένο από της ζήλειας το άκαρπο δέντρο και
στυμμένο πάνω στης Άννας τις ανοιχτές πληγές.
Ανοιχτός ο κήπος, μα αχτίδα δεν έφτασε.
Λίγες ημέρες υπομονή τώρα, θα περάσουν,
κλειστά στόμια και στόματα.
Να ωριμάσει.
Σε άρωμα και γεύση.
Τσιμουδιά.
Στην υγειά μας Αύγουστε.
...
(...όταν όλα έμοιαζαν, τον Ιούλιο του 2021, πως η Άννα θα ήταν το τελευταίο θύμα αυτής της επιδημίας).
...
Σοφία Π. Σαμόλη

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

«Ερήμην του ποιητικού λόγου» της Παναγιώτας Ζαλώνη




«Ερήμην του ποιητικού λόγου» 
της 
Παναγιώτας Ζαλώνη 

Ποιητή, ατίθασε κι ωραίε, που κρύβεσαι στα σύννεφα των φθόγγων σου, βουλιάζεις στην ωραιότητα των στίχων σου, ακροβατείς ανάμεσα στις περιγραφικές αναμνήσεις σου, οδοιπορείς με αλαλαγμούς δοξαστικούς με διθυράμβους ονειρικούς, που, «τέμνουν τον δεκαπεντασύλλαβο», τον βυζαντινό ιδιόμελο ρυθμό.

Έλα στην εποχή μας –σε έχουμε ανάγκη – που υποφέρει από έναν κατακλυσμό υπολέξεων, που μας ρίχνουν στα κεφάλια μας τα μέσα ευρείας δημοσιότητας με την επικουρία της παραλογοτεχνίας και της υποκουλτούρας. 

Στερεότυπες εκφράσεις, λεκτικό υλικό ομοιόμορφο, βαριά μας βομβαρδίζει από παντού και μας ρίχνει σε μια γλωσσική λεξιπενία. 

Έλα εσύ, ποιητή, να μας μιλήσεις για τα ουσιώδη, την αλήθεια της ψυχής σου να μας καταθέσεις, να μας πεις με τον φωτεινό σου λόγο, πώς να υπερβούμε αυτή την πραγματικότητα στη χώρα μας. Δίδαξέ μας τις έμφορτες φως, ομορφιά, νοήματα υψηλά λέξεις σου. Δώσε μας εφόδια, γιατρικά, γι’ αυτήν τη νόσο της ελληνικής κοινωνίας. 

Έλα εσύ, ποιητή, να συντηρήσεις την τεράστια οικουμενική κληρονομιά μας, «την γλώσσαν την Ελληνικήν», αυτήν που δόξασε στα πέρατα της γης ο Κ. Π. Καβάφης και πριν απ’ αυτόν ο Όμηρος, ο Αριστοτέλης, ο Σωκράτης, ο Πίνδαρος και ο Μέγας Αλέξανδρος. Οι Απόστολοι των Εθνών με τα Ευαγγέλια κι ο Ιωάννης με την Αποκάλυψη. 

Ταξίδεψε τα βιβλία σου με τον πλούσιο ελληνικό λόγο σε χώρες πολλές και μακρινές, με τη βοήθεια του Θεού και κανενός άλλου. 

Οι ιθύνοντες αδρανούν, κωφοί στις παρακλήσεις και στις αιτήσεις για μια βοήθεια που αξίζει όσο τίποτα, για την έκδοση και διακίνηση μνημείων του Ελληνικού λόγου, που σεις στην Πατρίδα σας αφήνετε κληρονομιά ανεξάντλητη, τεράστια και ουσιωδώς πλουσία. 

Και συ, Έλληνα μεταφραστή της ξένης λογοτεχνίας, που αγωνίζεσαι απλήρωτος και άδοξος να κυκλοφορούν στις ξένες χώρες έργα δικών τους δημιουργών στην γλώσσα την ελληνική, και να τους αποδεικνύεις ακόμη μια φορά, πόση ομορφιά και πλούτος εμφωλεύεται στις άφθαστου κάλλους ελληνικές λέξεις και εκφράσεις, «ξέχωρες όλες, θαυμαστές, εξαίσια σμιλευμένες από ποιητές». 

Διαπρεπείς επιστήμονες, καλλιτέχνες, αθλητές, συνεπίκουροι των μεγάλων δημιουργών του λόγου, μεταλαμπαδεύστε την σ’ όλο τον κόσμο με πρότυπά σας: Τον Θεόδωρο Γαζή, τον Μανουήλ Χρυσολωρά, τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο, τη Μαρία Κάλλας, τον Ηλία Καζάν τον Μιχάλη Κακογιάννη που ευαγγελίσθηκαν το ελληνικό ιδεώδες, την ελληνική γλώσσα, στις καλλιτεχνικές της εκφάνσεις, στην απόλυτη ομορφιά της, στην πληρότητά της, στη σαφήνεια και βαρύτητα των λέξεών της, στην επιστημονική ορολογία, ώστε να μείνουν ίδιες, ανέπαφες, για όλο τον κόσμο. 

Όλοι ξέρουμε ότι ο Ξενοφών Ζολώτας έγραψε και ανέγνωσε σε διεθνές συνέδριο επίσημο κείμενο στ’ Αγγλικά, με όλες τις λέξεις του κειμένου Ελληνικές, κι έμεινε αυτό το κείμενο ιστορικό. 27000 ατόφιες ελληνικές λέξεις δανείσθηκαν άλλες γλώσσες ενώ μόνο 30 από Σλάβικες 235.000 λέξεις έχουν ελληνική ρίζα κι άλλες, ατόφιες, ισχύουν διεθνώς, όπως: Δημοκρατία, Αρχιτεκτονική, Πολιτική, Ολυμπισμός, Θέατρο, Μαθηματικά, Αστρονομία, Ο.Κ., Ρέζους, Φαινόμενο, Κρίση, Ενέργεια, Έρως, Φιλοσοφία, Αμήν, Βάπτισμα, κ. ά. Ελληνική γλώσσα! Κόσμημα του Πολιτισμού, σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που αγνοούν τη δύναμη της κάθε σου λέξης και σε εκθέτουν σε μεγάλο κίνδυνο, σε φτωχαίνουν, σε περιορίζουν, σε αλλοιώνουν. 

Πρόγονοί μας, σε άφησαν παρακαταθήκη σε μας, με τις τραγωδίες, φιλοσοφικά κείμενα, και νόμους κι εμείς πρέπει να σε παραδώσουμε ατόφια στις επόμενες γενιές. 

Σε σένα, λοιπόν, ποιητή, που είσαι πιο κοντά μου, μιας και της Μάνας Ποίησης εργάτρια ακούραστη κι απλήρωτη, δηλώνω πως είμαι, σε σένα που έχω το θάρρος λόγω της σχέσεώς μου με την υψηλή Μητέρα σου, στέλνω το κάλεσμά μου απόψε, ενώπιον τόσων πνευματικών ανθρώπων, επιστημόνων και αρχόντων της ωραίας Θάσου, ν α   δ ι α ι σ θ α ν θ ε ί ς, τη μεγάλη σου ευθύνη για κάθε φθορά και μετάλλαξη της ελληνικής μας γλώσσας. 

Ε ρ ή μ η ν   τ ο υ   π ο ι η τ ι κ ο ύ   λ ό γ ο υ, δεν θα είναι και τόσο εύκολοι οι αγώνες των εκπαιδευτικών, των γονέων, των ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών, των Αξιωματούχων της Ελληνικής Παιδείας. Ο ποιητικός λόγος ούτε στηρίζεται ούτε εκφέρεται μόνο στις 500 - 600 λέξεις που αποτελούν το καθημερινό λεξιλόγιο του σημερινού Έλληνα, αλλά σε όλες –περίπου 80.000.000 σύμφωνα με πανεπιστημιακές έρευνες του εξωτερικού– ( αρχαίες, μεσαιωνικές και νεοελληνικές). 

Πακτωλός η ελληνική γλώσσα, παρ’ όλες τις παραποιήσεις και τις αλλοιώσεις, α ν θ ε ί, μ ε γ α λ ο υ ρ γ ε ί και μας προκαλεί να την αγκαλιάζουμε, να την αγαπάμε, να την ερευνάμε και πάνω απ’ όλα να μην αφήνουμε να καλύπτουν με αφιόνι και ξερόχορτα τον δρόμο που οδηγεί στην κοίτη του, στις ρίζες της ελληνικής γλώσσας, εκείνης που ξέρει να περπατά λικνίζοντας το ποθητό κορμί της και χορεύοντας ξέφρενα, να μαγεύει τον ποιητή. 

Εκείνης, που μεθά με τη φλογέρα, το λαούτο και το κανονάκι, τον τραγουδιστή και το κοινό του. Εκείνης που ξελογιάζει με τις χιλιάδες αποχρώσεις της, τους πεζογράφους. Ολοφώτεινη αρχόντισσα, η Ελληνική Γλώσσα μας, θα παραμείνει στην αιωνιότητα. Ας ενώσουμε τον εαυτό μας, με το άπειρο φως της, να λάμπουμε και να φωτίζουμε τον κόσμο. Έχει ανάγκη ο κόσμος απ’ το δικό μας φως, των Ελλήνων το φως, να γίνει πιο λευκός, άυλο περίβλημα να ενδυθεί, αναλλοίωτη η ουσία του να παραμείνει. 

Κι εμείς στο βάθος του, «σωροί νομίσματος περιέργων εποχών και τόπων». 








            



          



ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΖΑΛΩΝΗ


Σημάδια της ζωής σου

ψάχνω μες στα βιβλία

τα τετράδια, τον υπολογιστή.

Βλέπεις η ελπίδα

δεν έχει χαθεί.

Άλλοτε πως σβήνει, δείχνει

κι άλλοτε αναζωπυρώνεται

και να, προβάλλει Ορθή.

 

Ω γύρω κοίτα,

τ ί π ο τα,

πώς χάνονται και πάνε,

ημέρες, ώρες και στιγμές.

Τρέμουνε όλα

και οι χαρές σβηστές.

Κουράστηκα, ψυχή μου.

Μεγάλο είναι βάσανο

του «τίποτα» τ’ απόσκιο.

 

====

 

Αλητείες...

Που καθόλου δεν μου πάνε.

 

Νύχτες ολάκερες στις πλατείες

και τα στενά σοκάκια τα γραφικά

της Πόλεως των Ιδεών

με τα μεθυστικά λουλουδαρώματα

και τις θεσπέσιες μελωδίες

των ωδικών πτηνών

π’ αλήτευαν κι αυτά

μαζί με την ψυχή μου και τον νου μου.

 

Επιθυμίες πεπτωκυίες

στις πλατείες

Νύχτες ολάκερες

τα μάτια κατακόκκινα

απ’ τις κραιπάλες.

Λιώμα ο νους και η ψυχή.

Ο στίχος λάβα ηφαιστείου.

 

====

 

To αλφαβητάρι του εγκλεισμού

 

Β

Βλέπεις; Ο ήλιος ολόλαμπρος!

Βγες στο μπαλκόνι, να τα πούμε

Βρες έναν τρόπο ποίημα να στήσουμε

Βιολέτες θα σου φέρω για να το στολίσουμε

Βραδιάζει.. Αλλοίμονο μην το καθυστερήσεις

Βάλσαμο ήτανε το ποίημά σου

Βασίλισσα η ψυχή μου τώρα είν’ κοντά σου

 

====

 

Γ

Γεσθημανή δε βρίσκω να σταθώ

Για να προσευχηθώ

Γέμισε ο τόπος πόνο, χαλασμό

Γιατρειά θέλω να βρω

Γερή να γίνω

Γεράνια στην αυλή μου να φυτεύω

Γονάτισα, φοβήθηκα και φτώχεψα

Γυμνό σαν είδα των ελαιών το όρος

Γιατί πού πήγαν οι ευλογημένες οι ελιές;

Γύρω μου «τίποτα»

Γιατί; Πάλι ρωτώ

Γέρασα λυπηθείτε με, η πίκρα μου βουνό