10.- Ερώτηση
Τρίτη 14 Μαΐου 2024
Σταυρούλα Δεκούλου - Συνέντευξη στον εκδότη του περιοδικού "Αντιστροφές" Αυγερινό Ανδρέου, πρώην Πρόεδρο και νυν Γ.Γ. της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Αυγερινός Θ. Ανδρέου, ΜΑΝΑ
ΜΑΝΑ
Μάνα γλυκειά,
μάνα ακριβή,
μάνα καλή,
μάνα ηλιόχαρη
κι ηλιοστάλαχτη,
μάνα δική μου,
όλου του κόσμου μάνα.
Την χρονιά που γεννιόσουν
ορφάνευε η Ελλάδα
και μέτραγε χαμένα
παιδιά της χιλιάδες,
χαμένες πατρίδες
πανώριες, μεγάλες.
Τα χελιδόνια
σπάνια μας ερχόνταν
και πάντως δε φτιάχναν
σε μας τις φωλιές τους,
μάνα,
δεν μας καταδέχονταν,
δεν μας θέλαν,
δεν μας αγαπούσαν
προτιμούσαν
καλύτερους τόπους.
Μόνο τα γεράκια
κι αετοί,
και τ`αηδόνια
μας ήθελαν
και τα τσακάλια
κι οι λύκοι.
Δεν φυτρώσαν, μάνα,
οι κυδωνιές
κι οι αμυγδαλιές,
δεν μεγαλώσαν
οι κερασιές,
δεν φτούρισε το σιτάρι,
ούτε τ`αγιόκλημα, ούτε τα ρόδα,
και δεν τα φυτέψαμε
και δεν θα γινόνταν.
Μόνο το νυχτολούλουδο,
κι η αγριάδα,
η αγράμπελη, ο κισσός,
της ράχης τ`αγριολούλουδο
και του φαραγγιού ο κρίνος.
Και τ`αγριοστάφυλα
κι οι αγριοφράουλες
κι αυτές μακριά σου.
Ποτέ δεν αγνάντεψες, μάνα,
πέρα και απάνω
απ`τα μέρη που ρίζωσες,
ποτέ δεν ταξίδεψες
σε ξένους, σ`αλλοτινούς,
σ`όμορφους τόπους,
δεν είδες άλλες πολιτείες,
και δεν άκουσες από κοντά
τους πλάνητες κι αγγίστροφους
λογοκόπους.
Κι η ανατολή
και του ήλιου το ψήλωμα
στην κάθε μέρα,
μάνα, αργούσε πολύ
σαν τον έκρυβε
η βουνοκορφή της κοιλάδας.
Και τ`ηλιόγερμα, μάνα,
τ`όμορφο
δεν μπορούσες να δεις
γιατ`ήσουν αποσταμένη
κι αποκαμωμένη.
Και σαν αρμάθιαζε ο ουρανός
τ`αστέρια του
στις δικές του συμμετρίες
και σαν η γης τα παιδιά της
από νωρίς τ`αποκοίμιζε
και κούρνιαζαν τα πουλιά
στις φωλιές τους,
και οι ξυλοκόποι του δάσους
ξεκουραζόνταν,
έπαιρνες στη ποδιά σου
του κόσμου την απονιά
και την γλυκονανούριζες,
περιμένοντας μάταια
τον ερχομό τ`αδελφού σου
που μίσεψε
πριν χρόνους πολλούς
σε χώρες άλλες, μακρινές,
χωρίς να γυρίσει.
Δρόμος πολύς, στράτα μουντή,
ώρες ατέλειωτες κι ανηφόρι
και μες στο κάμα ιδρώτας πολύς
στο μοναστήρι να φθάσεις,
τη θαυματουργή, όπως νόμιζες,
της Παναγιάς την εικόνα
να προσκυνήσεις.
Ξερολιθιά κι ασπρολιθιά
και τ' όνειρά σου
σαν ο ζευγολάτης σύντροφός σου
τ' ανεμοδαρμένο
και ξερό χώμα
με τα ιδρωμένα τα καματερά του
όργωνε.
Κι άφηνες
κομμάτι, το κομμάτι
της πικρής σου ζήσης
στις αυλακιές
των ξερικών χωραφιών σου
μαζί με τα καλαμπόκια
που `σπερνες γυρτή ολημερίς.
Και το δάκρυ σου
σβόλος γινόταν
μέσα στο φρεσκοργωμένο
το χώμα.
Και ρόζους γεμίζαν
τα χέρια σου απ`την τσάπα
στο σκάλισμα,
απ`το δρεπάνι στο θέρο,
απ`τις θυμωνιές του σταριού
και των ξύλων.
Και το μεροκάματο το πικρό
σε μπεζέριζε,
νύχτα με νύχτα,
στ`άχαρα,
τα βαλτωμένα χωράφια
του μίζερου κάμπου τους
των αγέλαστων ανθρώπων
με τα βλογιοκομένα
και τα κιτρινισμένα
απ`το κλίμα τα πρόσωπα,
που δεν τους καταδέχονταν ποτέ
μήτε τ`αηδόνι,
μήτε ο κούκος,
μήτε η πέρδικα,
παρά τα βατράχια
κι οι νεροφιδιές τους.
Και την ώρα
της μεσημεριάτικης
για τους άλλους της σχόλης,
με τη βαρέλα,
ζαλωμένη στους αδύνατους ώμους σου,
το νερό κουβαλούσες
απ`την μακρινή την πηγή
όλο το χρόνο
και τον θεριστή
και των Αλωνάρη
και τον Αύγουστο, με το κάμα.
Και το σούρουπο
σαν `ρχόνταν το μουντό
κι η ώρα της βραδινής
για τους άλλους της σχόλης,
εσύ στον αργαλειό θα ύφαινες
ή στη ρόκα θα έγνεθες στη ρούγα
ή την πλεξούδα της κόρης σου
τραγουδιστά θα έπλεκες
ή το ζαβολιάρη γιο σου
να φρονημέψει θα φώναζες
ή στο πεζούλι φρέσκα φασολάκια
θα καθάριζες.
Και σαν λίγο κι αχνό
το γέλιο ήρθε
και φευγαλέα και στεγνή
η χαρά,
μοιροδαρμένο και πάλι
τα έκανε δάκρυ
των ανταρτών και πολεμιστών
η αρπαγή κι η μανία
σαν ήρθαν, μάνα, στα μέρη μας
από λαθεμένη που πήραν πορεία
και για μας και γι`αυτούς
και για την άτυχη, την πικρή
την πατρίδα.
Και στο διάβα αυτών
(και των αντιπάλων τους)
ξεθώριαζε τ`ανθρώπου
η εικόνα,
η αξία σμίκρυνε της ζωής,
καιγόταν τα σπαρτά
οι ελπίδες και τ`όνειρά μας,
έσβηνε κι όλο μάκραινε
του παιδιού το χαμόγελο,
και γιόμιζαν οι καρδιές
κι άλλο μίσος
κι εκδίκηση και μανία
και το αίμα,
σαν να περίσσευε ή άχρηστο να`ταν,
χυνόταν πλούσιο
και κοκκίνιζαν απ`αυτό
οι φτέρες μας
και τα λιγοστά της πλαγιάς μας
αγριολούλουδα.
Και κρυβόσουν απ`αυτούς
στους λόγγους για μέρες,
τον ακριβό να γλυτώσεις
το γιό σου.
Και μάντρωσες, μάνα,
στη φούχτα σου
τις σκοτούρες όλες,
τις ανείπωτες πίκρες,
του συντρόφου της ζωής σου
το ταξίδι το μακρινό
κι έτσι ήρθαν αντάμα,
οι χαρακιές της ψυχής
κι αυλακιές του προσώπου σου.
Και ξοδεύτηκε, μάνα,
ο χρόνος
έτσι, αγκομαχώντας
κι ανεβαίνοντας στην ξερολιθιά
κι έφευγε απ`τις χαραμάδες
της ματιάς σου
η ευωδιά της ζωής
και δεν μπορούσες άλλο
να την κυνηγήσεις.
Αυγερινός Ανδρέου
Τετάρτη 3 Απριλίου 2024
Αυγερινός Ανδρέου, Να 'μουν για σένα (σχεδίασμα για τραγούδι)
ΝΑ ’ΜΟΥΝ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
(σχεδίασμα για τραγούδι)
Να ’μουν αστέρι τη νυχτιά , τ’ απόβραχο δοξάρι,
να ’μουν δροσούλα της αυγής, του δειλινού η κάψα,
ν’ αγγίζω τις βουνοκορφές, διάσελα να διαβαίνω.
Να ’μουν κι αητός περήφανος κι ένας μικρός πετρίτης
για να διαβώ τη ρεματιά που πλένεις τα προικιά σου.
Να ’μουν τη μέρα φλάουτο και τη νυχτιά φλογέρα
να τραγουδώ, να σου λαλώ τραγούδια της αγάπης.
Κι ένα μελίσσι να ’μουν το μέλι να σου φέρνω
στα χείλη σου τα δροσερά να γλυκοτραγουδάνε.
Χρυσή κορδέλλα να ’μουνα που δένεις τα μαλλιά σου,
να ’μουνα κι όμορφη κλωστή στον αργαλειό που υφαίνεις,
χαμόγελο στα χείλη σου, δροσιά στο μάγουλο σου.
Να ’μουνα γάργαρο νερό που λούζεις τα μαλλιά σου
και στα κρινένια χέρια σου χτένι μαλαματένιο
σαν απαλοχτενίζεσαι και φτιάχνεις τις πλεξούδες.
Να ’μουν μια φτέρη της πλαγιάς που το κορμί πλαγιάζεις,
να ’μουν ροδιά κι αμυγδαλιά να ρίξω τους ανθούς μου
για να στρωθεί κι ευωδιαστεί η στράτα που διαβαίνεις,
να ’μουν της άνοιξης ανθός και του Μαγιού το ρόδο,
να ’μουν αγριολούλουδο να ’ρθεις να το μυρίσεις,
να ’μουν κι ένα νούφαρο στην πράσινη λιμνούλα
τα ματιά να σου μάγευα όταν γλυκοκοιτάζουν.
Να ’μουν αγριοστάφυλλο να πέσω στην ποδιά σου,
να ’μουν κι αγριοφράουλα να ’ρθεις για να με κόψεις,
να ’μουν κισσός κι αγράμπελη στην άκρη στην αυλή σου
και γιασεμί στην ρούγα σου πρωί να το κλαδεύεις .
Βασιλικός πλατύφυλλος να ’μουν και μαντζουράνα
Να με δροσίζεις την αυγή, να μου μιλάς το βράδυ.
Να ’μουν ο ήλιος ο χρυσός και το λαμπρό φεγγάρι
στο παραθύρι να ’ρχομαι να σε κρυφοκοιτάζω,
μια χαραμάδα να ’μουνα, καρδιάς αστροπελέκι
που στα όνειρά σου να ’πεφτε όταν γλυκοκοιμάσαι.
Αυγερινός Ανδρέου
Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2024
Αυγερινός Θ. Ανδρέου, Η φύση του ανθρώπου
μεθυστικό πιοτό.
Μου 'λεγαν να ποτίσω σιγανά
το δέντρο της εκδίκησης.
Να βάλω ένα χερόβολο
στη θημωνιά της λήθης.
Κι άλλοι με κέντριζαν
να συδαυλίσω τη χόβολη
του δίκαιου κολασμού.
Αυτά μου 'λεγαν.
Κι εγώ θωρούσα ένα σκυλί
να γυρίζει στον εμετό του,
κι άκουγα τον αγέρα να ριπίζει τους θάμνους
και να φέρνει παλιά διδάγματα
στο αδύνατο και ραγισμένο σήμερα.
Κι έβλεπα τον άνθρωπο να προσκυνά
το θλιβερό εικόνισμα του συμφέροντος.
Τον έβλεπα να παίρνει στο τέλος
αυτό που του αξίζει.
Συλλογίστηκα πως στ' αλήθεια δεν γελάστηκα,
που πίστεψα ότι η φύση του ανθρώπου
ποτέ δεν αλλάζει.
Ήταν που θέλησα να διαβώ
κι αυτό το μονοπάτι
για μέτρημα της αντοχής μου απλώς.
Δεν έχασα, γιατί δεν έπαιξα.
Κανείς δεν μπορεί να κερδίσει
τον άνθρωπο που μετράει τον ίσκιο του
μόνο το απόγιομα.
Κανείς δεν μπορεί να μάθει την ελευθερία
σ' ένα πουλί
όταν ελεύθερα πετάει.
Έτσι συλλογίστηκα και τράβηξα
τ' ανηφόρι του πόνου.
Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024
"Κόκκινη Πέτρα" του Αυγερινού Ανδρέου, γράφει η Σταυρούλα Δεκούλου
Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024
Αυγερινός Θ. Ανδρέου, ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΛΥΓΕΡΗΣ
Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2023
Αυγερινός Θ. Ανδρέου, Στην κοιμωμένη κόρη
να θυμωνιάσεις μάραντο και μια αγκαλιά ασφοδίλια,
να ράνεις με υάκινθους την πόρτα του σπιτιού σου,
ξύπνα να φέρεις τη χαρά, το πανηγύρι να 'ρθει,
ξύπνα να σύρεις το χορό με τ' άλλα τα κορίτσια
μες στις γιορτές και τη χαρά στα πέτρινα τ' αλώνια,
ξύπνα να δεις τις κοπελιές πώς παν στην εκκλησιά τους
φορώντας τα στολίδια τους και τα καλά τους ρούχα.
όπου φωλιάζει η καταχνιά κι η λύπη έχει κουρνιάσει,
που 'χει θρονιάσει χειμωνιά κι η Άνοιξη να λείπει,
που δεν φυτρώνουν λούλουδα, μελίσσι δε βουίζει,
που δεν λαλούν οι πέρδικες, οι κούκοι και τ` αηδόνια.
με πεταλούδες όμορφες που απ' την πλαγιά φανήκαν,
μ' ένα μελίσσι θύμησες απ' τα μικρά σου χρόνια,
τα χρόνια της ανεμελιάς, τους χρόνους των ονείρων.
ξύπνα και φέρε τη χαρά και το φεγγάρι φέρε,
στην πλουμιστή σου την ποδιά αηδόνες να φωλιάσουν,
να τραγουδήσουν τη ζωή και τις πικροχαρές της.
ξύπνα σου λέν' τ' αστέρια μας κι η μαγεμένη πούλια
και το φεγγάρι σου 'στειλε και στο κρεβάτι σου ήρθε
χάδι που δίνει τη ζωή και διώχνει τα σκοτάδια.
τ' αποζητά κι ο άνεμος που σου 'στειλε χαμπέρι
την ώρα αυτή π' απόδιωχνε τα μαυροσύννεφά του
και φάνηκε η Ανατολή να μας χαμογελάει,
σπέρνοντας από τ' άρμα της κάθε λογιού τραγούδι,
τραγούδι για τον πόνο μας, την ομορφιά της ζήσης,
να λέει για την αγάπη μας, να λέει για τ` όνειρά μας,
τις αυλακιές, τις χαρακιές που οι στράτες μας φυτρώσαν,
κι αφήνει τις αχτίδες του ο ήλιος να πλανώνται
κι ανάμεσα απ' τις φυλλωσιές να μας κρυφοκοιτάζουν.
κυκλάμινα του Παρνασσού, κομμάτι οξιάς της Πίνδου
κι ανθόστρωσα τη στράτα σου για να διαβείς σα Μούσα,
ξύπνα και σου 'φερα να δεις ολόλευκα κρινάκια
από σχισμάδα χαρακιού απόσκιου της Μουργκάνας,
και σου 'φερα κι αμάραντα να τα μοσχομυρίσεις
που 'χαν ριζώσει κι άνθησαν σε ρεματιά τ' Ολύμπου.
τ' ακούμπησα κι ομόρφαιναν, μοσχοβολιά γεμίσαν,
το νεκρικό σεντόνι σου και τ' άδειο προσκεφάλι,
χρυσό στεφάνι σου 'πλεξα μ' αγράμπελης κλωνάρι
και στα μαλλιά σου θα φορείς τα κρινοσταχυασμένα.
του πέλαγου και της βροχής και των βουνών αντάρας,
ξύπνα και σου 'φερα κρασί μες σ' ασημένιο τάσι
και σου 'φερα και την αυγή κι ένα κομμάτι ήλιο
ξύπνα, μη φεύγεις μακριά, στου λήθαργου τις στράτες.
που 'χει τα πέταλα χρυσά, σέλα μαλαματένια,
που 'χει φτερά στα πόδια του κι αγέρα στο κορμί του,
να καβαλήσεις και να πας την άκρη το ποτάμι,
να δεις τις νιες πώς λούζονται, πώς το κορμί ομορφαίνουν,
να δεις τους νιους στο πάλεμα και το καλό σημάδι.
με χτένι ηλιοστάλαχτο, σαΐτα πλουμισμένη,
σου 'φερα μοσχολίβανο κι αρώματα απ' τη Γάζα,
κορδέλες απ' την Αίγυπτο για τα χρυσά μαλλιά σου
κι αραχνοΰφαντο ύφασμα από χρυσό μετάξι,
που κάναν νιες και λυγερές γελώντας, τραγουδώντας,
Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2023
Αυγερινός Ανδρέου, Γιάννενα , τότε
Όλα έδειχναν ήσυχα
εκείνο το παγερό βραδάκι,
στα Γιάννενα.
Ήσυχα, υποταγμένα.
Οι τελευταίοι διαβάτες,
κάτι Εβραίοι,
άφηναν πίσω βιαστικά το Κάστρο
προς το γιαλό,
περπατώντας τα ίδια τα χώματα
με της Ολυμπιάδας το γιο,
σαν κρυβόταν απ’την οργή
του Φιλίππου
για όσα αναιδή τόλμησε
να πει, γαύρος,
εκείνο το βράδυ
του πικρού γάμου.
Ο τύραννος καμιά δεν είχε έγνοια.
Όλα ήσυχα,
όλοι προσκυνημένοι.
Οι σκληροτράχηλοι
ορκισμένοι εχθροί του,
φευγάτοι απ’ το Σούλι,
κι οι υπερήφανες γυναίκες τους,
διακονιάρισσες
στ' απέναντι νησιά.
Σε λίγο σκοτάδι σ’όλη την πόλη.
Ο Μουχτάρ έδινε
το τελευταίο
της παράνομης αγάπης φιλί
στην άπιστη Ρωμιά, τη Φροσύνη,
και σκεφτικός στο παλάτι γυρνούσε.
Σε φτωχικό κονάκι
ο χάΐνης γιος της Καλόγριας
τη νιόπαντρη γυναίκα του νοιαζόταν,
πλάι στο καριοφίλι.
Και ο δάσκαλος,
ο γέρο - Ψαλίδας,
στο τρεμάμενο φως
ασήμαντης κάμαρης,
με φόβο
την Ελληνική Νομαρχία
διαβάζει
και την κρύβει ξανά
βαθιά στο σεντούκι
κι αναρωτιέται
ποιος μπορεί να ’ ναι
ο συντάκτης ο Ανώνυμος.
Ο Κωλέττης, ο Περραιβός
ή τάχα ο Καλλαράς;
Μαύρα πουλιά,
νυχτοπούλια,
σκούζοντας, φτερούγισαν
στου Μπιζανιού τους λόφους
προμαντεύοντας το κακό
που με τα χρόνια θα ‘ρθει.
Κι ’ ένα τσακάλι σκούζει
πλάι στο Δρίσκο,
περιμένοντας την ψυχή
του αγνού ποιητή
που θα ‘ρθει σε χρόνια.
Κι ο γέρο - Νικόλας ο πραματευτής,
δίπλα στο τζάκι
ιστορίες των ταξιδιών του ξετυλίγει...
Απόψε τους λεει πως γνώρισε νιος,
στο Συρράκο, τον Πατρο - Κοσμά να κηρύττει...
Όλα ήταν,
ή
έδειχναν, ήσυχα.
Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2023
5 +1 ερωτήσεις για τον π. Πρόεδρο και νυν Γ.Γ. της Ε.Ε.Λ., κ. Αυγερινό Ανδρέου
Τρίτη 29 Αυγούστου 2023
Αυγερινός Θ. Ανδρέου, Σωτήριον έλαιον
Ήταν
βαρύς εκείνος ο χειμώνας του '50 στην Άρτα. Ο Άραχθος κατέβασε πολλά ορμητικά
νερά με ξύλα και δέντρα ξεριζωμένα. Η θερμοκρασία πολλές φορές κάτω από το
μηδέν και η υγρασία τσάκιζε τα κόκκαλα των δύσμοιρων κατοίκων. Τα παιδιά που
πήγαιναν στο Γυμνάσιο και κατάγονταν από τα βουνά, έμεναν συνήθως δύο μαζί σε
ένα δωμάτιο για να αντιμετωπίζουν από κοινού το ενοίκιο και το φόβο της μοναξιάς.
Εκεί, στα αυθαίρετα
σπίτια στο Σκοπευτήριο, στην Αγία Φανερωμένη και στον Άι Λια. Το χώμα βογκούσε
ακόμα από το αίμα των εκατοντάδων νεκρών του εμφύλιου σπαραγμού του Δεκέμβρη
του '44, αλλά αυτό για τους μαθητές ήταν άγνωστο ή σχεδόν αδιάφορο. Αυτό που
ήθελαν ήταν ψωμί και φαγητό να χορτάσουν την πείνα τους.
Οι δύο φίλοι συμμαθητές
με καταγωγή από τα επάνω Ραδοβίζια, είχαν δυο ημέρες να φάνε. Είχαν ν'
αντιμετωπίσουν και το κρύο ( για φωτιά ή σόμπα ούτε λόγος μπορούσε να γίνει).
Νύχτωσε για τα καλά και κάθισαν κάτω από την λάμπα πετρελαίου να διαβάσουν τα
μαθήματα της επιούσης ημέρας. Ξαφνικά εισέρχεται στο δωματιάκι τους ο ιδιοκτήτης,
σκληρός και αδυσώπητος.
- Έξω παλιόπαιδα, τους λέει, χρωστάτε
δύο ενοίκια και μπήκατε στο τρίτο... Χωρίς να περιμένει απάντηση τους πετάει τα
λιγοστά πραγματάκια του έξω από το σπίτι. Πήρε το δίκιο μόνος του, τι σημαίνει
Δικαστήρια κλπ;
Τα δύο Ηπειρωτάκια έβαλαν
τα κλάματα. Τα δάκρυά τους σκεπάστηκαν σε λίγο από το χιόνι που άρχισε να
πέφτει απαλό αλλά σταθερό. «Τι κάνουμε τώρα;» έλεγε το ένα στο άλλο. Μια φαεινή
ιδέα ήρθε στο μυαλό του ενός. «Να βρούμε καταφύγιο σε μια εκκλησία.» Σύρθηκαν
κρατώντας τα πραγματάκια τους υπό μάλης και μπήκαν στο εκκλησάκι του Άι Γιάννη
απέναντι από τα παλαιά Δικαστήρια. Ευτυχώς ο φύλακας δεν τους είδε. Πέρασε η
νύχτα και γλυκοξημέρωνε. Ο ένας λέει:
- Λιποθυμάω από την πείνα, δεν μπορώ
να πάω στο σχολείο. Ο άλλος ξαφνικά ένιωσε την δύναμή του να πολλαπλασιάζεται
γιατί έπρεπε να αναλάβει δράση και να σώσει τον φίλο του. Ξαφνικά η ιδέα
εφανερώθη. Θα πιούν το λάδι από τα καντήλια της εκκλησίας! Έτσι και έγινε.
Η απολεσθείσα εκ της
πείνας δύναμη ανεκτήθη πάραυτα και πήραν το δρόμο για το σχολείο, για τη γνώση.
Το βράδυ τα ίδια. Κρυφά ξαναμπήκαν στην εκκλησία, διάβασαν τα μαθήματά τους υπό
το φως το καντηλιών, ήπιαν το λάδι τους και συνέχισαν τη ζωή τους, εάν βέβαια
αυτό θα μπορούσε κάποιος να το ειπεί ζωή.
Πέρασαν 5-6 ημέρες και
ξάφνου βλέπουν τον φύλακα της εκκλησίας να εισέρχεται σε αυτήν. Οι νέοι έχασαν
την φωνή τους και δεν ήξεραν από ποιόν να ζητήσουν συγχώρεση: Από τον Κύριο που
εισήλθαν άνευ αδείας εις τον οίκον Του και του ήπιαν και το λάδι Του, που
σίγουρα για άλλα θα το χρησιμοποιούσε ή από τον φύλακα με το ευτραφές μουστάκι
του, ο οποίος με βεβαιότητα το ολιγότερον θα τους οδηγούσε στην Αστυνομία, στο
χώρο δηλαδή που το πιο καλό που μπορούσε κάποιος να πάθει ήταν ξυλοφορτωθεί.
Όμως, ώ του θαύματος! Ο
καλοκάγαθος εκείνος άνθρωπος τους είπε:
- Μη φοβάστε, νομίζετε ότι δεν σας
είδα; Έκανα ότι δεν σας είδα! Ρε χαμένα, δεν αναρωτηθήκατε γιατί βρίσκατε κάθε
μέρα γεμάτα τα καντήλια με λάδι; Αυτό το
παιγνίδι μπορώ να το κάνω ένα μήνα ακόμη, μετά θα ζεστάνει ο καιρός και κάντε
ό,τι θέλετε.
Ένα δάκρυ πικρό κύλησε
από τα μάτια του ωραίου εκείνου φύλακα. Άλλαξε θέση και μουρμούρησε:
- Πώς τα ανέχεσαι όλα αυτά,
Κύριε;
Τα χρόνια πέρασαν. Ο ένας
από τους δύο μού διηγήθηκε την ιστορία αυτή. Είπε ότι μπορώ να την καταλάβω.
Κάτι θα ήξερε, γιατί ήταν ο αγαπημένος μου καθηγητής. Τώρα από τα επουράνια που
βρίσκεται μπορεί να δυσανασχετεί με την γραφή μου ετούτη. Ο άλλος μαθητής, που
δίδαξε σε πολλά Πανεπιστήμια της Αμερικής και της Ευρώπης, δεν ξέρω εάν
αποκάλυψε σε κάποιον την μικρή αυτή ιστορία. Στις συναντήσεις μας απέφυγα
επιμελώς να του ειπώ ότι την ξέρω, όπως και άλλες πολλές ιστορίες των δύο
παλαιών συμμαθητών.
Επιμέλεια: Σταυρούλα Δεκούλου
Παρασκευή 25 Αυγούστου 2023
Αυγερινός Θ. Ανδρέου, Στη Γυναίκα
Τα καλά που πρόκειται να ‘ρθουν
τα κρατάς απαλά
στις μισόκλειστες φούχτες σου.
Τη δροσοσταλιά που πρόκειται ν’ απλωθεί
την κρατάς αινιγματικά
στη δροσιά των ματιών σου.
Το χαμογέλι που θ’ ανθίσει στα χείλη μας
ακουμπάει στου δοξαριού σου την άκρη.
Τα φυτά που θα βλαστήσουν
είναι αυτά που στις ρίζες τους φτάνουν
οι αυλακιές του καταρράκτη
που ορίζεις και διαφεντεύεις .
Το σπόρο των κρίνων
της απόμερης χαράδρας
τα κρατάς δυνατά
στο σκοτεινό του λογισού σου κομμάτι.
Το φαρμακωμένο χιτώνα
που στο πετσί μας θα κολλήσει,
εσύ,
ίδια Δηιάνειρα απ’ την Καλυδόνα ,
πρόκειται να μας τον ταξιδέψεις
μες σε αργυρό, πλουμιστό σεντούκι,
μέχρι την Οιχαλία
που μόλις κυριέψαμε,
με τσακισμένο καράβι
δίχως κατάρτια και πανιά
και στο δοιάκι του ένας άλλος Λίχας αφελής .
Εκεί θα τελέψουμε
χωρίς του Φιλοκτήτη την παρουσία,
να του χαρίσουμε τις σαΐτες μας .
Κι αν, μολαταύτα, φθάσουμε κάποτε
στην Τραχίνα,
δε θα μπορέσουμε ν’ αντικρίσουμε
την πανώρια Ιόλη ,
τι θα 'ναι θολή κι αδύνατη η ματιά μας.
Σαν ανεβούμε στον Υμηττό
μια ροδοδάχτυλη αυγή,
να ικετέψουμε την Ηώ
ν΄ αυγατίσει το καλό μας,
εσύ,
ίδια η Πρόκρη απ’ την Αθήνα,
θα χαρίσεις στον Κέφαλο
το κοντάρι το μαγικό
να μας το ρίξει κατάστηθα
πλάι στα χαμόκλαδα τα πυκνά.
Κι αν ακόμα,
το ελάφι της ζωής αναζητήσουμε
στα βαθυχόρταρα λιβάδια της Χίου,
θα’ σαι εσύ που θα οπλίσεις το στιβαρό χέρι
του Κυπάρισσου,
να μας λαβώσει,
κι ας ψυχοδέρνεται ύστερα.
Τρίτη 8 Αυγούστου 2023
Αυγερινός Θ. Ανδρέου, Σαν προφητεία
που το στάρι θα φυτρώνει
μες στις πληγιασμένες και χαρακωμένος αυλακιές
των άνυδρων πηγαδιών
ή καταμεσής του πελάγου,
κι οι ρίζες του θα λιπαίνονται
με το έσχατο δάκρυ της χελιδόνας.
το λούσιμό τους με σίδερο λιωμένο.
Θά ‘ρθει καιρός,
που θα αναζητούμε το χυμό του σταφυλιού
και του χαμοκέρασου
στ’ άθαμπα κρινάκια
των άνυχτων τάφων.
Θά ‘ρθει καιρός,
που θα ψηλαφούμε τον ίσκιο του κισσού
και τη μυρουδιά της αγράμπελης
στο ξεμοναχιασμένο κομμάτι,
το καπνισμένο, της βόμπας,
που φυτεύτηκε όρθιο
στην ξηραμένη κι έρημη άμμο.
Θά ‘ρθει καιρός,
που θα μας συντροφεύουν νυχτερίδες
και νεροφιδιές,
τι θα ΄χουν εξοριστεί βίαια
πίσω από το φέγγος των άστρων
τ’ αηδόνι κι ο κύκνος,
και θα κρέμονται απ’ τα σύννεφα τα κουρελιασμένα.
Θά ‘ρθει καιρός,
που θα πατάμε ο ένας τον άλλο
ή θα τον δρασκελάμε,
τι θά ‘ναι θολή κι αδύνατη η ματιά μας
για να βρει την ισιάδα του δρόμου.
Θά ‘ρθει καιρός,
που θα μένει ο χρόνος αμέτρητος κι απροσδιόριστος
και τα γεννήματά του αδιάφορα,
τι όλα θα μοιάζουν μεταξύ τους,
κομμάτια πύρινων μαζών.
Θά ‘ρθει καιρός,
που δε θα ‘χουμε τη χρεία των ιματίων μας,
τι ο ήλιος θα καίει πιότερο
και την αιδώ θ’ αρπάξουν οι δυνατοί αγέρηδες,
που θα σαρώσουν τη γης.
Θά ‘ρθει καιρός,
που θα σειέται συθέμελα ο Ναός
και θα σωριάζεται,
κι εμείς απλά θα μαζεύουμε κιονόκρανα,
να ενισχύσουμε την άβολη σκήτη μας
απ’ τα ριπίσματα του κυκλώνα,
που το διάβα του περιμένουμε.
Θά ‘ρθει καιρός,
που θα πούμε αχρείαστο το νερό,
τι θα ‘ναι παγωμένα τα σπλάχνα μας,
πετρωμένο το κορμί μας
και νεκρωμένος ο νους μας,
ανήμπορος να λογιστεί τις αιτίες
της αρμονικής ομοφωνίας των εκμεταλλευτών
της ψυχής και του βιου μας.
Θά ‘ρθει καιρός,
που θα λέμε οχιά την αυγή,
ακρίδα το γιόμα
και δράκο το απόβραδο,
τι θα ‘ναι κατάρα η γέννα,
ανάθεμα η ζωή
κι ο θάνατος λύτρο.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΚΑΠΟΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΑ ΤΗΣ ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ Θ. ΑΝΔΡΕΟΥ
Παρασκευή 28 Ιουλίου 2023
Αυγερινός Θ. Ανδρέου, Η τύχη του ήλιου
που απλώνονται στο στήθος της, πλέκονται στα μαλλιά της.
Φεγγάρι μ' ουρανόδρομο το φέγγος σου ζηλεύω
κλεφτά απ' το παραθύρι της μπαίνεις στην κάμαρά της.
Αστέρια μου περίλαμπρα το χάδι σας ζηλεύω
που αφήνετε κάθε νυχτιά στον όμορφο λαιμό της.
Βουνίσιο αγεράκι μου ζηλεύω τη δροσιά σου,
σαν σβήνεται κάθε αυγή στα δυο τα μάγουλά της.
Να 'χα τον ήλιο αδερφό, ξαδέρφι το φεγγάρι,
τ' αστέρια να 'χα φίλους μου και τον βουνίσιο αγέρα,
τότε κ' εγώ θα σίμωνα στο θεϊκό κορμί της,
για να της πω τον πόνο μου για την πικρή αγάπη.


















